Ο Δημήτρης Βαρτζόπουλος μιλά στο «Μανιφέστο για το πώς επηρεάζουν τα social media την ανάπτυξη των ανηλίκων.
Ο υφυπουργός Υγείας, Δημήτρης Βαρτζόπουλος, μιλά στο «Μανιφέστο για το πώς επηρεάζουν τα social media την ανάπτυξη των ανηλίκων και για το αν η απαγόρευση χρήσης τους σε νέους έως και 15 ετών είναι προς τη σωστή κατεύθυνση.
Εξηγεί το πώς θα πραγματοποιηθεί η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή παρά τις απαγορεύσεις και τι ρόλο παίζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην ψυχολογική υγεία των παιδιών.
Ο υφυπουργός Υγείας αναλύει επίσης το σχέδιο της κυβέρνησης για την ενίσχυση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας για παιδιά και έφηβους, αλλά και τον ρόλο των σχολείων στην υποστήριξη της ψυχικής υγείας των μαθητών.
Θεωρείτε πως η απαγόρευση εισόδου στα social media για τα παιδιά έως 15 ετών είναι προς τη σωστή κατεύθυνση και γιατί;
Η λήψη συγκεκριμένων μέτρων κρίνεται ως απολύτως επιβεβλημένη, καθώς οι συνέπειες του λεγόμενου συνδρόμου του «σκυφτού κεφαλιού» είναι πλέον ορατές στα παιδιά αυτής της ηλικιακής ομάδας. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που επηρεάζει ολιστικά την ανάπτυξη των ανηλίκων.
Η υπερβολική χρήση οθονών οδηγεί αναπόφευκτα σε δραματική μείωση της φυσικής δραστηριότητας και της κοινωνικής αλληλεπίδρασης εκτός του ψηφιακού περιβάλλοντος. Παράλληλα, παρατηρείται σημαντική κάμψη της προσοχής και της συγκέντρωσης, καθώς και εξασθένηση του ελέγχου των παρορμήσεων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η φθορά στη μνήμη εργασίας –τη λειτουργία δηλαδή που επιτρέπει την προσωρινή αποθήκευση πληροφοριών για περαιτέρω γνωστική επεξεργασία– καθώς και η εμφάνιση δυσκολιών στην οργάνωση και στον σχεδιασμό. Τα παιδιά δυσκολεύονται πλέον στη στοχοθεσία, την έναρξη, αλλά και την επιτυχή ολοκλήρωση των καθηκόντων τους.
Σε ψυχολογικό επίπεδο, η κατάχρηση της τεχνολογίας τροφοδοτεί ένα έντονο αίσθημα μοναξιάς και αποξένωσης από τον πραγματικό κόσμο. Οι επιπτώσεις αντικατοπτρίζονται στα αυξημένα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης, καθώς και στην εμφάνιση διατροφικών διαταραχών και προβλημάτων στον ύπνο.
Τέλος, η έκθεση στον ψηφιακό κόσμο εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια και την προσωπικότητα των παιδιών. Φαινόμενα όπως ο διαδικτυακός εκφοβισμός (cyberbullying), η παρενόχληση και η αποπλάνηση αποτελούν καθημερινές απειλές.
Ταυτόχρονα, η συνεχής τριβή με ακατάλληλο περιεχόμενο και η επαφή με αγνώστους, σε συνδυασμό με την προβολή διαστρεβλωμένων προτύπων σώματος και επιτυχίας, οδηγούν σε μια διαρκή κοινωνική σύγκριση που πλήττει ανεπανόρθωτα την αυτοεκτίμηση των νέων.
Δεν θα ήταν προτιμότερο να διδάξουμε στα παιδιά μας τη σωστή χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αντί να τα αποκλείουμε απ’ αυτά;
Υφίστανται άραγε κανόνες «σωστής» χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, επιστημονικώς έγκυροι και πιστοποιημένοι, που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν ο γονιός και ο εκπαιδευτικός; Δυστυχώς όχι! Οφείλεται αυτό σε αδυναμία της επιστημονικής κοινότητας; Ευτυχώς όχι!
Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι σχεδιασμένα –προφανώς για λόγους κερδοσκοπικούς– με τέτοιο τρόπο ώστε να ενισχύουν συγκεκριμένες επιθυμίες και προτιμήσεις, υποδαυλίζοντας συμπεριφορές καταναλωτικού τύπου. Αυτός ο σχεδιασμός, σε συνδυασμό με την αδιανόητη ισχύ διάχυσης εικόνων (που μπορεί να προβάλλουν ακόμη και επιθετικά, βίαια ή και άλλα παραβατικά φαινόμενα) σε τεράστια ακροατήρια, εγκυμονεί σημαντικότατους κινδύνους. Οι μέχρι τώρα προσπάθειες ελέγχου και περιορισμού αυτών των απειλών παραμένουν, δυστυχώς, αλυσιτελείς.
Προκαλούν, λοιπόν, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μόνο ζημιά; Οχι σε όλους και όχι πάντοτε. Υπάρχουν περιπτώσεις –όπως η εσωστρέφεια ή η γεωγραφική και κοινωνική απομόνωση– όπου οι πλατφόρμες αυτές τείνουν «χείρα βοηθείας». Ακόμη και εκεί, όμως, η θετική επίδραση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει επαρκής ικανότητα χειρισμού τους. Η πραγματικότητα δείχνει ότι η δυνατότητα αυτή είναι εξαιρετικά ισχνή μέχρι την όψιμη εφηβεία.
Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόταση για απαγόρευση της χρήσης τους μέχρι το 16ο έτος της ηλικίας συγκεντρώνει ένα συντριπτικό πλεονέκτημα. Στηρίζεται στη θεμελιώδη αρχή της ιατρικής: «Ωφελέειν ή μη βλάπτειν».
Τελικώς η ψυχική υγεία των παιδιών μας κρίνεται, κατά κύριο λόγο, από τη λελογισμένη χρήση του Διαδικτύου;
Φυσικά όχι κατά κύριο λόγο. Είναι πολλοί οι παράγοντες επηρεασμού της ψυχικής υγείας του ανθρώπου σε κάθε ηλικία. Βιολογικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί. Οι περισσότεροι εξ αυτών είναι πολύ πιο σημαντικοί από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Πώς μπορεί να συνδυαστεί η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή με απαγορεύσεις;
Ηδη από την εποχή του Homo ergaster, οι επιπτώσεις της ανακάλυψης νέων εργαλείων υπήρξαν καταλυτικές, επηρεάζοντας καθοριστικά όχι μόνο την εξέλιξη του γένους Homo, αλλά και τη δομή του γήινου οικοσυστήματος στο σύνολό του. Τα σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον ιστορικό κανόνα. Το θεμελιώδες ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι αν η ψηφιακή επανάσταση θα αποβεί, σε βάθος χρόνου, προς όφελος του Homo sapiens sapiens.
Η ιστορική εμπειρία μάς διδάσκει ότι κάθε νέα τεχνολογία –χωρίς εξαιρέσεις και παρά τις ενίοτε δραματικές και επώδυνες οπισθοδρομήσεις που μπορεί να διαρκέσουν γενεές– βοηθά τελικά την ανθρωπότητα να ζήσει περισσότερο και ποιοτικότερα. Αυτή η νομοτέλεια αναμένεται να επαληθευτεί και στην περίπτωση της ψηφιακής τεχνολογίας. Της οποίας βέβαια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν μία έκφανση, σημαντική μεν επιχειρηματικά, πολύ περιορισμένης ωφελιμότητας δε, ιδίως όσον αφορά την προσπάθεια τιθάσευσης της φύσης των πραγμάτων και τη βελτίωση της ζωής.
Υπό αυτό το πρίσμα, η απαγόρευση της πρόσβασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά τις κρίσιμες φάσεις ωρίμανσης του ανθρώπινου Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ) δεν αποτελεί, σε καμία περίπτωση, εναντίωση στην ψηφιακή τεχνολογία.
Πρόκειται, αντιθέτως, για έναν αναγκαίο περιορισμό μιας δευτερεύουσας και παράπλευρης χρήσης της, ειδικά για τις νεαρές ηλικίες. Στόχος μιας τέτοιας ρύθμισης είναι η προστασία της υγείας των νέων ανθρώπων, ώστε να διασφαλιστεί ότι το ψηφιακό εργαλείο θα λειτουργήσει τελικά ως μέσο προόδου και θα μεγιστοποιήσει την ωφέλειά του για το κοινωνικό σύνολο.
Υπάρχει σχέδιο ενίσχυσης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας για παιδιά και εφήβους;
Σε τροχιά υλοποίησης εισέρχεται ένας ολοκληρωμένος σχεδιασμός για την ενίσχυση της ψυχικής υγείας των ανηλίκων στη χώρα μας. Εντός των επόμενων μηνών, αναμένεται η δημιουργία 20 νέων Μονάδων Ολικής Φροντίδας Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων, οι οποίες θα προσφέρουν υπηρεσίες ημερήσιας νοσηλείας για 40 ωφελούμενους. Η πρωτοβουλία αυτή πλαισιώνεται από τη λειτουργία παιδοψυχιατρικών ιατρείων στην κοινότητα και κινητών μονάδων στα Κέντρα Υγείας αστικού και αγροτικού τύπου, διασφαλίζοντας την απολύτως δωρεάν πρόσβαση όλων των πολιτών σε ποιοτικές υπηρεσίες.
Παράλληλα, με ορίζοντα υλοποίησης το 2027, δρομολογείται η αύξηση του αριθμού των παιδοψυχιατρικών κλινών κατά 30% σε ολόκληρη την επικράτεια. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας και στον ιδιωτικό τομέα, θεσμοθετείται η πιστοποίηση των επαγγελματικών προσόντων μέσω της δημιουργίας του ΝΠΔΔ Ψυχολόγων και του Εθνικού Παρατηρητηρίου Ψυχοθεραπείας και Συμβουλευτικής. Τα όργανα αυτά θα λειτουργούν ως εγγυητές της επάρκειας των επαγγελματιών που διαχειρίζονται περιστατικά ανηλίκων.
Τέλος, εντός του τρέχοντος έτους, προγραμματίζεται η νομοθετική υιοθέτηση των βέλτιστων πρακτικών της Κεντρικής Ευρώπης στον τομέα της Μακροχρόνιας Φροντίδας Ψυχικής Υγείας. Η κίνηση αυτή αναμένεται να αλλάξει άρδην τη διαχείριση ασθενών με νευροαναπτυξιακές διαταραχές, ευθυγραμμίζοντας το εθνικό πλαίσιο με τα πλέον σύγχρονα διεθνή πρότυπα.
Ποιος είναι ο ρόλος των σχολείων στην υποστήριξη της ψυχικής υγείας των μαθητών;
Ο ρόλος του σχολικού ψυχολόγου είναι αναμφίβολα σημαντικότατος στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ωστόσο, οφείλουμε να είμαστε σαφείς ως προς το πεδίο δράσης του: η συμβολή του εστιάζεται στην πρόληψη και την πρώιμη διάγνωση, και όχι στην παροχή θεραπείας εντός του σχολικού πλαισίου.
Οι σχολικοί ψυχολόγοι, λειτουργώντας σε στενή συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Είναι σε θέση να αντιληφθούν εγκαίρως τις ανάγκες των μαθητών και να συμβουλεύσουν τους κηδεμόνες για τα επόμενα βήματα. Η αποστολή τους ολοκληρώνεται με την καθοδήγηση των οικογενειών προς την αναζήτηση εξειδικευμένων διαγνωστικών και θεραπευτικών υπηρεσιών, όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο.
Είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι πολίτες ότι αυτές οι υπηρεσίες προσφέρονται σε όλη τη χώρα απολύτως δωρεάν. Το Εθνικό Δίκτυο Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του ΕΣΥ αποτελεί τον βασικό πυλώνα υποστήριξης, διασφαλίζοντας ότι κάθε παιδί και έφηβος έχει πρόσβαση στη φροντίδα που χρειάζεται χωρίς οικονομική επιβάρυνση για την οικογένεια.
