Πολύ συζήτηση έχει γίνει το τελευταίο διάστημα για τις σχέσεις μας με την γειτονική Τουρκία. Στην επικαιρότητα κυριαρχούν καθημερινά σχεδόν ειδήσεις σχετικά με το αν η ανακοίνωση του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών ήταν προκλητική ή όχι, για το αν ο τούρκος Πρόεδρος από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ μίλησε κάπως πιο ήπια ή όχι, για τον αν κατασκευάζονται νέες στρατιωτικές βάσεις στα παράλια της Μικράς Ασίας, για το αν η Τουρκία θα μπορέσει τελικά να αποκτήσει F-35 κλπ.

Όπως έχει κατ’επανάληψη πει και ο Πρωθυπουργός, οφείλουμε να αποδεχθούμε το γεγονός ότι η Τουρκία είναι γείτονάς μας και να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι πρέπει και ότι θα ζήσουμε δίπλα της. Αυτό δεν αλλάζει.

Όπως δεν επιδέχεται αμφισβήτηση και το γεγονός ότι ο ελληνικός λαός επιζητεί την ειρηνική συνύπαρξη με την γειτονική χώρα. Ωστόσο υπάρχουν δύο δεδομένα που οφείλουν να υπηρετούν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις – η δική μας το έκανε τα τελευταία επτάμιση χρόνια με μεγάλη επιτυχία.

Η πρώτη παραδοχή είναι ότι δεν παραχωρούμε σπιθαμή ελληνικού εδάφος, ελληνικής θάλασσας και ελληνικού αέρα και ότι δεν παραιτούμαστε από κανένα κυριαρχικό μας δικαίωμα που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο.

Δεύτερη παραδοχή : Η χώρα μας πρέπει να είναι θωρακισμένη αμυντικά ενάντια σε οποιαδήποτε επιβουλή των γειτόνων. Μετά τα θλιβερά γεγονότα του 1974 με την εισβολή στην Κύπρο και την παράνομη κατοχή μέρους του νησιού μισό αιώνα τώρα, οφείλουμε να είμαστε σε ετοιμότητα να προασπίσουμε ακόμα και το πιο απομεμακρυσμένο νησί.

Αυτό, η Κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη το έχει επιτύχει με τις σύμφωνίες για αναβάθμιση των F-16 σε Viper, την απόκτηση των F-35, την προμήθεια των νέων φρεγατών Bergamini – σε συνέχεια των Belhara – την δημιουργία του πρώτου εργοστασίου κατασκευής drones στην Ελλάδα και την πλήρη αναδιάρθρωση του στρατού σε όλη την χώρα.

Η Ελλάδα τα τελευταία επτάμιση χρόνια έχει ασκήσει πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, έχει συνάψει επωφελείς διεθνείς συμμαχίες, έχει αποκτήσει ισχυρό κύρος και δυνατή φωνή στα κέντρα αποφάσεως της Δύσης, ενώ κατά την πρόσφατη κρίση στη Μέση Ανατολή η αντίδρασή μας στην υπόνοια και μόνο απειλής της Κϋπρου μας έδειξε ότι έχει ισχυρά αντανακλαστικά και μπορεί να επιφέρει ηχηρά αποτελέσματα.

Όλες αυτές οι κινήσεις ωστόσο πρέπει να συνεχισθούν τουλαχιστόν μέχρι το 2030. Ο μόνος τρόπος για να γίνει κάτι τέτοιο είναι να υπάρχει μία ισχυρή και σταθερή Κυβέρνηση, ικανή να παίρνει γρήγορες αποφάσεις, με έμπειρα στελέχη που να μπορούν να κινούνται άνετα στα διεθνή διπλωματικά σαλόνια και με μια ξεκάθαρη ιδεολογική γραμμή υπεράσπισης των εθνικών ιερών και οσίων.

Και όλα αυτά μπορούν να συμβούν μόνο με μια αυτοδύναμη Κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον Κύριάκο Μητσοτάκη.

*Η Δήμητρα Καντεράκη είναι Οικονομολόγος, Πολιτεύτρια Νοτίου Τομέα Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία.