Κατηγορούμενοι κρίθηκαν, τρία χρόνια μετά τη δολοφονία Λυγγερίδη, δύο εκ των τριών ανθρώπων που βρίσκονταν σε «καθεστώς προστασίας».
Ερωτήματα εγείρονται με τη διαπίστωση ότι οι μάρτυρες που βρίσκονται σε «καθεστώς προστασίας» και των οποίων οι καταθέσεις είναι «κλειδί» για την εξέλιξη της δίκης στην υπόθεση της δολοφονίας του αστυνομικού Γιώργου Λυγγερίδη, θεωρούνται και κατηγορούμενοι.
Και αυτό γιατί δεν θα μπορούν να καταθέσουν, αφού σε διαφορετική περίπτωση απειλούν τη διαδικασία με ακύρωση – τρία χρόνια μετά τα αιματηρά επεισόδια έξω από το γήπεδο «Μελίνα Μερκούρη» στου Ρέντη και έχοντας φτάσει στα μισά η ακροαματική διαδικασία.
Την εξέλιξη αυτήν διαβίβασε στο δικαστήριο –κατόπιν σχετικού αιτήματος της υπεράσπισης– η Ασφάλεια, στην οποία αφού προσήχθησαν οι συλληφθέντες για τα επεισόδια, σχηματίστηκε και η δικογραφία που εστάλη στην Εισαγγελία. Να σημειωθεί πάντως ότι ο ένας εκ των προστατευόμενων μαρτύρων, με την κωδική ονομασία 67ΣΤ, θα καταθέσει κανονικά με την έναρξη του νέου δικαστικού έτους τον Σεπτέμβριο.
Σκοτεινός ρόλος
Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία εντός δικαστικής αίθουσας, χθες αστυνομικός, που το βράδυ των επεισοδίων υπηρετούσε σε διμοιρία των ΜΑΤ, κατέθεσε πως τότε υψηλόβαθμο στέλεχος της Αστυνομίας επιχείρησε, ανεπιτυχώς αρχικά, να παρακάμψει την εντολή από το κέντρο της ΓΑΔΑ να μη φύγει κανείς από το γήπεδο.
«Κάποια στιγμή ένα άτομο που κρατούσε ασύρματο –μετά καταλάβαμε ότι ήταν ο αστυνομικός διευθυντής Πειραιά, αλλά φορούσε πολιτικά ρούχα– έφερε έναν άνθρωπο να φύγει, λέγοντάς μας “αφήστε τον να φύγει είναι δημοσιογράφος”. Εμείς του ζητήσαμε τη δημοσιογραφική ταυτότητα και τη διαπίστευση, αλλά δεν τα είχε και έτσι δεν τον αφήσαμε να φύγει», επεσήμανε ο μάρτυρας.
Πρόεδρος: Πώς ήταν αυτός που ήθελε να βγάλει έξω;
Αστυνομικός: Ψηλός, γεροδεμένος, πολιτικά, απλά ρούχα φορούσε.
Περίπου στις 4 τα ξημερώματα ο αστυνομικός περιγράφει πως είδε τον αστυνομικό διευθυντή Πειραιά να βγάζει εκτός γηπέδου δύο άτομα χωρίς να τους γίνει έλεγχος: «Μας πλησίασε και πήρε δύο άτομα νεαρής ηλικίας γύρω στα 22-25, τα οποία στέκονταν έξω από την κλούβα έτοιμα για προσαγωγή. Φορούσαν ρούχα γυμναστηρίου, όχι ομάδας. Ημουν παρών όταν τους πέρασε. Στη συνέχεια ακολούθησε διαφορετικό δρομολόγιο για αυτούς και δεν μπήκε στον έλεγχο. Δεν πήγαν στους άλλους που έμπαιναν σε κλούβα. Και έτσι έφυγαν».
Πρόεδρος: Πώς πέρασε τους αστυνομικούς;
Αστυνομικός: Τους είπε «παραμερίστε» και προχώρησε. Μια γυναίκα από πίσω μου έξω από το γήπεδο φώναζε πού πάνε αυτοί; Και εκείνος απάντησε «ξέρω εγώ τι κάνω».
Σε άλλο σημείο της κατάθεσής του ο αστυνομικός ανέφερε ότι ακούστηκε στον ασύρματο πως ο αστυνομικός διευθυντής εμπόδιζε τους συναδέλφους του να κάνουν έλεγχο στα εξερχόμενα του γηπέδου αυτοκίνητα, κατά παράβαση της εντολής αρχηγού της ΓΑΔΑ, κάτι που έχουν καταθέσει και άλλοι μάρτυρες.
Απαντώντας σε ερώτηση της εφέτη, εάν επιτρέπεται ο αστυνομικός διευθυντής να είναι εκεί με πολιτικά ρούχα, ο μάρτυρας αστυνομικός διευκρίνισε ότι όλοι οι αστυνομικοί, με εξαίρεση μόνο όσους υπηρετούν στην Ασφάλεια, είναι υποχρεωμένοι εν ώρα υπηρεσίας να φορούν στολή.
«Μη μιλήσετε...»
Σημαντική ήταν επίσης η κατάθεση φιλάθλου, που ήταν παρών στο γήπεδο με φίλο του που σήμερα είναι κατηγορούμενος, ο οποίος ανέφερε ότι έναν μήνα μετά τα επεισόδια και λίγο προτού καταθέσει στην Ασφάλεια και ενώ βρισκόταν σε αγώνα στο ΣΕΦ, τον πλησίασαν τρεις κουκουλοφόροι και ταραγμένοι τον ρώτησαν αν βρισκόταν στο «Μελίνα Μερκούρη» το βράδυ της δολοφονίας Λυγγερίδη. Οταν εκείνος τους απάντησε θετικά, του είπαν να μην πει τίποτα από όσα είδε ή να πει όσο το δυνατόν λιγότερα, «συμβουλή» που έδιναν και σε άλλους εντός ΣΕΦ.
Επειδή και κατά τη χθεσινή διαδικασία αρκετοί εκ των μαρτύρων φιλάθλων επικαλούνταν κενά μνήμης είτε αναιρούσαν τις προανακριτικές καταθέσεις τους, οι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής αναρωτήθηκαν προς το δικαστήριο, «μήπως είναι καιρός να ελεγχθεί» το φαινόμενο, αφήνοντας αιχμές για εκβιασμούς.