Ξεκάθαρο το θετικό πρόσημο στον χρόνο απονομής δικαιοσύνης μετά την επιτυχημένη, όπως αποδεικνύεται με επίσημα στατιστικά στοιχεία, εφαρμογή του Δικαστικού Χάρτη.
Στο πλαίσιο αυτό, ο υπουργός Δικαιοσύνης, Γιώργος Φλωρίδης, προχώρησε ένα βήμα πιο πέρα συστήνοντας επιτροπή με στόχο να παρακολουθεί την εφαρμογή του νέου Δικαστικού Χάρτη αλλά και να προβαίνει στις αναγκαίες επεμβάσεις για περαιτέρω βελτίωση της εφαρμογής του στο πεδίο. Πρόεδρος της Επιτροπής Παρακολούθησης Εφαρμογής του νέου Δικαστικού Χάρτη ορίστηκε ο υφυπουργός Δικαιοσύνης, Ιωάννης Μπούγας.
Πρόκειται για μια δυναμική διαδικασία που έχει ως στόχο όχι απλώς την τυπική καταγραφή αλλά και την ενίσχυση και θωράκιση αυτής της εμβληματικής μεταρρύθμισης με σκοπό τη συνεχή βελτίωση της αποτελεσματικότητας και ταχύτητας στην απονομή ποινικής και πολιτικής δικαιοσύνης.
Ειδικότερα το έργο της επιτροπής –σημειωτέον πως είναι η πρώτη φορά που συστήνεται επιτροπή για τέτοιο σκοπό– αφορά την παρακολούθηση της ενιαίας εφαρμογής του νέου Δικαστικού Χάρτη και των Κωδικών που τον επηρεάζουν, όπως του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων, την επεξεργασία των στατιστικών δεδομένων της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, τη συνεργασία με τις διοικήσεις των κατά τόπους δικαστηρίων για τη βέλτιστη κατά Πρωτοδικειακή και Εφετειακή Περιφέρεια εφαρμογή των διατάξεων του Δικαστικού Χάρτη και την εισήγηση για τυχόν αναγκαίες αλλαγές.
Αν και αρχικά η μεταρρύθμιση του υπουργείου Δικαιοσύνης με τον Δικαστικό Χάρτη προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από σύσσωμο σχεδόν τον νομικό και δικαστικό κόσμο, ενάμιση σχεδόν χρόνο μετά την εφαρμογή της τα αποτελέσματα στην ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης είναι θεαματικά βάσει επίσημων στοιχείων από τα μεγάλα τουλάχιστον Πρωτοδικεία της χώρας.
Η πλέον εμφατική μείωση του χρόνου έκδοσης μιας απόφασης παρατηρήθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών, το μεγαλύτερο Πρωτοδικείο σε όλη την Ευρώπη. Ενώ πριν την εφαρμογή του Δικαστικού Χάρτη απαιτούνταν 1.422 μέρες για την έκδοση μιας απόφασης, μετά την εφαρμογή του Δικαστικού Χάρτη ο χρόνος μειώθηκε στις 513 ημέρες.
Ο μέσος όρος δε του χρόνου έκδοσης απόφασης σε όλα τα Πρωτοδικεία από τις 705 μέρες που ήταν πριν, μειώθηκε στις 364. Δηλαδή, ενώ πριν απαιτούνταν κάτι περισσότερο από δύο χρόνια, τώρα χρειάζεται ένας χρόνος.
Σημαντική ήταν η μείωση του χρόνου έκδοσης απόφασης και στα άλλα δύο μεγάλα Πρωτοδικεία της χώρας, της Θεσσαλονίκης και του Πειραιά.
Σύμφωνα με το σχέδιο, προβλεπόταν η κατάργηση των 120 Ειρηνοδικείων της χώρας και η ενοποίησή τους με τα Πρωτοδικεία.
Αυτό είχε αποτέλεσμα να αυξηθεί ο αριθμός των δικαστών, αφού οι 960 περίπου ειρηνοδίκες που υπηρετούσαν σε αυτά εντάχθηκαν στον βασικό κορμό της ποινικής και πολιτικής δικαιοσύνης. Για να καταλάβει κανείς τη διαφορά, ενδεικτικά αναφέρουμε ότι πριν την εφαρμογή του στο Πρωτοδικείο Αθηνών υπηρετούσαν 400 δικαστές, ενώ πλέον με την ενοποίηση υπηρετούν 740. Συνολικά στην Ελλάδα, με την προσθήκη των ειρηνοδικών, οι πρωτοδίκες από 1.200 που ήταν αυξήθηκαν στους 2.100 συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ταχύτερη απόδοση δικαιοσύνης.
Η σημαντική αύξηση του αριθμού των δικαστών, σε συνδυασμό με τη μετατροπή των περισσοτέρων δικαστηρίων σε μονομελή από τριμελή, οδήγησε σε εξοικονόμηση προσωπικού και κατά συνέπεια στην αισθητή μείωση του φόρτου εργασίας για καθένα εξ αυτών, γεγονός που συνέβαλε έτι περαιτέρω στην επιτάχυνση έκδοσης αποφάσεων.
Πριν από την εφαρμογή του Δικαστικού Χάρτη, είχαμε 298 Μονομελή, τα οποία στη συνέχεια αυξήθηκαν σε 392. Στα θετικά της μεταρρύθμισης προσμετράται και η σημαντική μείωση του χρόνου που απαιτείται για προσδιορισμό δικασίμου από την ώρα κατάθεσης ενός δικογράφου.
Με την επιμόρφωση δε των ειρηνοδικών εκτιμάται ότι θα επιταχυνθεί και άλλο ο χρόνος έκδοσης αποφάσεων, καθώς οι πρώην ειρηνοδίκες και νυν πρωτοδίκες θα μπορούν να εκδικάζουν όλες τις υποθέσεις. Με αυτό το δεδομένο και σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο χρόνος εκκαθάρισης υποθέσεων θα αυξάνει μέχρι και 24% κατ’ έτος.
Η δικαστική μεταρρύθμιση επέφερε και ένα ακόμη θετικό αποτέλεσμα για δικηγόρους και συμβολαιογράφους, διότι αύξησε τη δικαστηριακή τους ύλη μεταφέροντας από τα δικαστήρια σε αυτούς πληθώρα δικαστικών πράξεων, όπως προσημειώσεις, έκδοση κληρονομητηρίων και ενόρκων βεβαιώσεων, δράση σωματείων.
Με τη μεταφορά ύλης αφενός ευεργετήθηκαν οικονομικά δικηγόροι-συμβολαιογράφοι, αφετέρου αποδεσμεύτηκαν οι δικαστές, οι οποίοι έχουν πλέον περισσότερο χρόνο να ασχοληθούν με ουσιαστικές υποθέσεις.


