Η οργή της οικογένειας Λυγγερίδη για τους άφαντους μάρτυρες και το παράπονο για τον τόπο διεξαγωγής της δίκης

Αν και έχουν γίνει σκιές του εαυτού τους, με το σαράκι του αβάσταχτου πόνου για την απώλεια του γιου τους να σιγοτρώει μέρα τη μέρα την ψυχή και τα σωθικά τους, εκείνοι στέκονται αγέρωχα όρθιοι και παλεύουν με νύχια και με δόντια για τη δικαίωση της ψυχής του παιδιού τους.

«Το χρωστάμε στον Γιώργο μας», λένε και ξαναλένε οι γονείς του αδικοχαμένου αστυνομικού Γιώργου Λυγγερίδη στα επεισόδια έξω από το γήπεδο «Μελίνα Μερκούρη» στου Ρέντη τον Δεκέμβριο του 2023, και με αυτό το δυσβάσταχτο χρέος στους ώμους τους, τρία ολόκληρα χρόνια τώρα, δίνουν παλικαρίσια τη μάχη τους για να τιμωρηθούν οι ένοχοι.

«Το παιδί μας έφυγε από τη ζωή, αυτό δεν αλλάζει. Οφείλουμε να αφήσουμε ένα στίγμα, να μην πάει χαμένο το αίμα του Γιώργου, να μην επαναληφθούν τέτοια γεγονότα, να μην έχουμε αυτή τη βία. Εκείνη τη μέρα σκοτώθηκε ο Γιώργος μας, θα μπορούσαν να είχαν σκοτωθεί κι άλλοι αστυνομικοί. Είναι τραγικό να πηγαίνει στη δουλειά του και να μην επιστρέφει, όταν προσπαθεί να υπερασπιστεί την πατρίδα, τον νόμο», επαναλαμβάνουν σε κάθε συνέντευξή τους και δήλωσή τους.

«Μαθαίνεις να ζεις με τον πόνο. Ο πόνος είναι καθημερινός. Απλά ξυπνάς το πρωί και λες: εντάξει, ξύπνησα σήμερα. Και συνεχίζεις κάθε μέρα μια μάχη. Να δίνεις μάχη κάθε μέρα να είσαι όρθιος για να μπορείς να τιμάς το παιδί σου, τα παιδιά σου. Εχουμε και ένα ακόμα παιδί, την Κατερίνα μας, στην οποία της χρωστάμε πολλά και αυτής, όπως χρωστάμε και στον Γιώργο, οπότε είναι μια καθημερινή μάχη», επαναλαμβάνει όπου βρεθεί και όπου σταθεί η μάνα, Ευγενία Λυγγερίδη.

Δείχνουν να μη λογαριάζουν την ταλαιπωρία του πηγαινέλα από τη Θεσσαλονίκη, που είναι τόπος διαμονής τους, στην Αθήνα, σε εβδομαδιαία βάση, για να είναι παρόντες, ολομόναχοι, στη δίκη για τη δολοφονία του γιου τους. Εκείνο όμως που δεν μπορούν να αντέξουν είναι ο τόπος διεξαγωγής της δίκης, στις φυλακές Κορυδαλλού, καθώς κάθε φορά που περνάνε την πύλη νιώθουν ότι τιμωρούνται που τόλμησαν να διεκδικήσουν το δίκιο τους.

«Ούτε εγώ είμαι φυλακισμένος, ούτε η κόρη μου, ούτε η γυναίκα μου. Είμαστε υποχρεωμένοι να μπαινοβγαίνουμε μέσα στις φυλακές του Κορυδαλλού, το έχουν αντιληφθεί αυτό;» λέει με οργή ο πατέρας, Θανάσης Λυγγερίδης.

Οι συνεχείς εκκλήσεις τους προς τους αρμόδιους υπουργούς και την ηγεσία της Δικαιοσύνης για μεταφορά της δίκης στο Εφετείο Αθηνών, έτσι ώστε να υπάρχει πρόσβαση και από πολίτες που θέλουν να την παρακολουθήσουν αλλά και για τη δική τους ψυχολογία και διευκόλυνση, μοιάζουν φωνή βοώντος εν τη ερήμω, αφού δεν εισακούονται.

Και δικαιολογημένα αναρωτιούνται, συχνά πυκνά, «ποιο κώλυμα υπάρχει και δεν μεταφέρεται η δίκη στο Εφετείο, σε μία αίθουσα κανονική, και μας έχουν αποκλεισμένους εδώ, στον Κορυδαλλό. Αποκλεισμένους γιατί δεν υπάρχει πρόσβαση στον πολίτη, δεν είναι εύκολο να έρθει κάποιος στον Κορυδαλλό. Δεν είναι οι καλύτερες συνθήκες να μπαίνει κάποιος στις φυλακές».

Επίσης αναρωτιούνται οι τραγικοί γονείς πώς είναι δυνατόν με περισσή ευκολία να απουσιάζουν μάρτυρες, το δικαστήριο να διατάσσει τη βίαιη προσαγωγή τους, πλην όμως να εντοπίζονται ανά την Ελλάδα, όπως προχθές που είχαν κληθεί δέκα και ουδέποτε εμφανίστηκαν, ενώ ένας βρέθηκε στην Καρδίτσα, αλλά είπε ότι δεν ξέρει πότε θα επιστρέψει!

Ευλόγως λοιπόν προκύπτει το ερώτημα: εάν οι μάρτυρες προτιμούν να μην εμφανιστούν στο δικαστήριο και να τους επιβληθεί χρηματική ποινή, ποιος πληρώνει αυτό το πρόστιμο…

Η οικογένεια του Γιώργου Λυγγερίδη νιώθει απομονωμένη. Αποκλεισμένη απ’ όλους. Ξεχασμένη. Ακόμη και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, και διερωτάται: «Επαψε να αφορά τον κόσμο η δίκη Λυγγερίδη; Ενας αστυνομικός δολοφονήθηκε εν ώρα καθήκοντος, υπηρετούσε το καθήκον του, το κοινωνικό σύνολο και δεν αφορά τον κόσμο να ενημερωθεί τι γίνεται με αυτή τη δίκη; Ο γιος μου, ένστολος εκείνη τη μέρα, με το εθνόσημο, υπηρετούσε την πατρίδα, σύμφωνα με τον όρκο που είχε δώσει. Θα μπορούσαν να κλαίνε κι άλλοι ή άλλοι γονείς. Ο στόχος ήταν όλοι. Γιατί δεν έρχονται τα κανάλια να την παρακολουθήσουν; Γιατί αποσιωπούν; Υπάρχει φόβος; Τα κανάλια είναι για την ενημέρωση του κόσμου και αν δεν έρχονται, να μας πουν τον λόγο που δεν έρχονται. Μήπως φοβούνται και ποιον φοβούνται; Ελεύθερη δημοσιογραφία δεν έχουμε; Δεν τους αφορά; Αν δεν αφορά αυτούς, αφορά όλον τον κόσμο».