Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να αλλάξει την εκπαίδευση, εφόσον ενταχθεί με παιδαγωγικούς όρους, σαφείς κανόνες και επίκεντρο τον άνθρωπο, σύμφωνα με τον Χρήστο Ταραντίλη.

Στις δυνατότητες που προσφέρει η Τεχνητή Νοημοσύνη στην εκπαίδευση, καθώς και στις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την υπεύθυνη αξιοποίησή της, αναφέρθηκε ο Χρήστος Ταραντίλης, καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και εταίρος της EY, σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στα γραφεία της εταιρείας στη Θεσσαλονίκη.

Όπως επισήμανε, η Τεχνητή Νοημοσύνη επηρεάζει ήδη τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται η μαθησιακή διαδικασία, αξιολογούνται μαθητές και φοιτητές και οργανώνεται συνολικά το εκπαιδευτικό σύστημα.

Κατά τον ίδιο, το κρίσιμο ερώτημα πλέον αφορά τους όρους με τους οποίους η ΤΝ θα ενσωματωθεί στην εκπαίδευση, καθώς η παρουσία της αποτελεί ήδη πραγματικότητα.

Προσωπικά δεδομένα, διαφάνεια και ίση πρόσβαση

Ο κ. Ταραντίλης τόνισε ότι η ουσιαστική ενσωμάτωση της ΤΝ προϋποθέτει προστασία των προσωπικών δεδομένων, διαφάνεια ως προς τον τρόπο λειτουργίας και αξιοποίησης των συστημάτων, καθώς και ισότιμη πρόσβαση στις νέες δυνατότητες.

Η τελευταία παράμετρος θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς ο τρόπος με τον οποίο θα διατεθούν τα εργαλεία ΤΝ μπορεί να επηρεάσει τις υφιστάμενες εκπαιδευτικές ανισότητες μεταξύ μαθητών, σχολείων και διαφορετικών περιοχών.

Παράλληλα, χρειάζονται σαφείς κανόνες που θα καθορίζουν πότε και για ποιον σκοπό χρησιμοποιείται η ΤΝ. Ο μαθητής, σύμφωνα με τον κ. Ταραντίλη, δεν μπορεί να ακολουθεί άκριτα τις απαντήσεις που παράγει ένα σύστημα, ενώ ο εκπαιδευτικός πρέπει να διατηρεί την τελική κρίση και ευθύνη.

Για τον λόγο αυτό απαιτείται δυνατότητα ανθρώπινης παρέμβασης, διόρθωσης ή απόρριψης των εισηγήσεων της ΤΝ, ιδιαίτερα όταν αυτές επηρεάζουν την αξιολόγηση, την εκπαιδευτική πορεία ή τις ευκαιρίες ενός μαθητή ή φοιτητή.

Πώς πρέπει να μετρηθεί η επιτυχία της ΤΝ

Η επιτυχία της ΤΝ στην εκπαίδευση, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Ταραντίλης, χρειάζεται να αξιολογείται με βάση τα μαθησιακά αποτελέσματα, την καλύτερη κατανόηση, την ενίσχυση της συμμετοχής και την εμπιστοσύνη εκπαιδευτικών, μαθητών και οικογενειών στη χρήση των νέων τεχνολογιών.

Κρίσιμη θεωρείται επίσης η καλλιέργεια της δημιουργικότητας και της κριτικής σκέψης, ώστε τα συστήματα ΤΝ να χρησιμοποιούνται για την ενδυνάμωση της μαθησιακής διαδικασίας και να αποφεύγεται η άκριτη αναπαραγωγή έτοιμων απαντήσεων.

Σημαντικό πεδίο εφαρμογής αποτελεί και η μείωση του διοικητικού φόρτου των εκπαιδευτικών. Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στην εκδήλωση, η χρήση της ΤΝ μπορεί, ανάλογα με το αντικείμενο και τον τρόπο αξιοποίησής της, να μειώσει έως και κατά 45% τον χρόνο που αφιερώνεται στην προετοιμασία μαθημάτων και σε διοικητικές εργασίες.

Η εξοικονόμηση αυτή αποκτά ουσιαστική εκπαιδευτική αξία όταν ο χρόνος επιστρέφει στη διδασκαλία και επιτρέπει περισσότερη εξατομικευμένη υποστήριξη, δημιουργικότητα, συνεργασία και επικοινωνία με τους μαθητές.

Από τις πιλοτικές δράσεις σε εθνική πολιτική

Σύμφωνα με τον Χρήστο Ταραντίλη, το επόμενο βήμα αφορά τη μετάβαση από τις μεμονωμένες εφαρμογές και τις πιλοτικές δράσεις σε μια συνεκτική εθνική πολιτική για την ΤΝ στην εκπαίδευση.

Μια τέτοια πολιτική χρειάζεται να στηρίζεται σε κοινά πρότυπα ποιότητας και υπεύθυνης χρήσης, καθώς και στη συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, με έμφαση στην παιδαγωγική αξιοποίηση της τεχνολογίας και όχι μόνο στην τεχνική χρήση των διαθέσιμων εργαλείων.

Παράλληλα, ο κ. Ταραντίλης έθεσε το ζήτημα της αναθεώρησης των μεθόδων αξιολόγησης, ώστε να δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στην κατανόηση, στη δημιουργικότητα, στην κριτική σκέψη και στην προσωπική προσπάθεια.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της προφορικής εξέτασης, όπου κρίνεται παιδαγωγικά κατάλληλη, μπορεί να συμβάλει στην ουσιαστικότερη αποτίμηση τόσο της γνώσης όσο και της προσωπικής συμβολής μαθητών και φοιτητών.

Απαραίτητοι θεωρούνται επίσης οι μηχανισμοί ελέγχου της ποιότητας και της ασφάλειας των δεδομένων, μαζί με διαδικασίες που θα επιτρέπουν τον εντοπισμό και την αποτροπή μεροληπτικών αλγοριθμικών αποφάσεων.

«Να ενισχυθούν οι δυνατότητες του ανθρώπου»

Κλείνοντας, ο Χρήστος Ταραντίλης συνόψισε τη βασική αρχή πάνω στην οποία, κατά την άποψή του, πρέπει να οικοδομηθεί η σχέση εκπαίδευσης και Τεχνητής Νοημοσύνης.

«Το ζητούμενο δεν είναι να προσαρμοστεί η εκπαίδευση στις δυνατότητες της Τεχνητής Νοημοσύνης, αλλά να αξιοποιηθεί η Τεχνητή Νοημοσύνη για να ενισχυθούν οι δυνατότητες του ανθρώπου», υπογράμμισε.

Όπως ανέφερε, η εκπαίδευση του μέλλοντος θα χρειαστεί την ΤΝ, μαζί με εκπαιδευτικούς που διαθέτουν νέες δεξιότητες, μαθητές με κριτική σκέψη και θεσμούς με σαφείς κανόνες, ώστε η τεχνολογία να υπηρετεί τη γνώση, την παιδαγωγική σχέση και την ισότητα των ευκαιριών.