«Κόφτη» στις αναβολές δικών για ιατρικούς λόγους, όταν αυτές βεβαιώνονται από γνωματεύσεις ιδιωτών γιατρών, βάζει με την 251/2025 απόφασή του το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου.
Η εν λόγω απόφαση προκάλεσε ήδη τις πρώτες αντιδράσεις από μερίδα δικηγόρων- ποινικολόγων, οι οποίοι υποστηρίζουν μεταξύ άλλων ότι τέτοιοι περιορισμοί πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και υπεράσπιση κατά παράβαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Τι προβλεπόταν μέχρι και την έκδοση της επίμαχης αρεοπαγιτικής απόφασης: «Σύμφωνα με το άρθρο 349, παρ. 1 ΚΠΔ, το δικαστήριο μπορεί, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αυτεπαγγέλτως, να διατάξει την αναβολή της δίκης για λόγους ανωτέρας βίας, με αίτημα κάποιου από τους διαδίκους, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Το αίτημα μπορεί να υποβληθεί από οποιονδήποτε και ο σοβαρός λόγος υγείας αποδεικνύεται αποκλειστικά με ιατρική πιστοποίηση νοσηλευτικού ιδρύματος ή ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η ακρίβεια της οποίας ελέγχεται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την κρίση του δικαστηρίου».
Η διάταξη αυτή και προκειμένου να μπει ένα τέλος στις συνεχείς αναβολές μιας δίκης, γεγονός που οδηγούσε σε υπερβολική καθυστέρηση απόδοσης δικαιοσύνης, ακόμη και σε αρνησιδικία, αντικαταστάθηκε με τον Ν. 4947/2022, προκειμένου, όπως αναφέρεται στην αρεοπαγιτική απόφαση, «να αποφευχθεί η καταχρηστική άσκηση του εν λόγω αιτήματος που βασιζόταν σε βεβαιώσεις ιδιωτών γιατρών», και για αυτόν τον λόγο «θεσπίστηκε ότι για την απόδειξη σοβαρού λόγου υγείας το σχετικό πιστοποιητικό πρέπει να προέρχεται από δημόσιο φορέα (ιατροί πρωτοβάθμιας φροντίδας, δηλαδή Κέντρων Υγείας κ.λπ.) ή πρόκειται για πιστοποιητικό νοσηλείας από νοσηλευτικό ίδρυμα (δημόσιο ή ιδιωτικό θεραπευτήριο) και δεν αρκεί πλέον η γνωμάτευση ιδιώτη ιατρού».
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, αναφέρεται στην αρεοπαγιτική απόφαση: «Δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα να ελέγξει, κατά την κρίση του, με οποιονδήποτε τρόπο, την ακρίβεια της συγκεκριμένης απαιτούμενης πιστοποίησης».
Η πρώτη αντίδραση στην παραπάνω απόφαση ήρθε από τον Επιστημονικό Σύνδεσμο Δικηγόρων «Οι Ποινικολόγοι», με ανακοίνωσή του, την οποία υπογράφουν ο πρόεδρός της Ιωάννης Γλύκας, ο γενικός γραμματέας Κωνσταντίνος Γώγος και ο υπεύθυνος επικοινωνίας Κωνσταντίνος Ντάλτας. Σε αυτή χαρακτηρίζουν την ερμηνεία του δικαστηρίου «νόμω αβάσιμη που εγκυμονεί κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης», καθώς, όπως επισημαίνουν, ενδέχεται να οδηγηθούμε σε «κύμα άδικων ερήμην εκδικάσεων», ειδικά σε περιπτώσεις αιφνίδιας ασθένειας κατηγορουμένου ή δικηγόρου χωρίς άμεση πρόσβαση σε δημόσιο νοσοκομείο, αφού σε αυτές τις περιπτώσεις το αίτημα αναβολής θα απορρίπτεται.
Ειδικότερα αναφέρουν: «Σύμφωνα με τη διάταξη του εν λόγω άρθρου, επιτρέπεται και ιατρική πιστοποίηση ιδιώτη ιατρού πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, είτε Προσωπικού Ιατρού είτε άλλου συμβεβλημένου με τον ΕΟΠΠΥ ιδιώτη ιατρού που για την ειδικότητά τους παρέχουν υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Ο περιορισμός στον οποίο προέβη το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της διάταξης είναι νόμω αβάσιμος και εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη διαδικασία της απονομής της δικαιοσύνης σε περίπτωση που υιοθετηθεί από τα δικαστήρια ουσίας. Θα μπορούσε να οδηγήσει σε απροσδιόριστο αριθμό άδικων ερήμην εκδικάσεων ποινικών υποθέσεων σε περίπτωση απόρριψης αιτήματος αναβολής με το σκεπτικό αυτό. Κάτι που πλήττει σοβαρά το θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη αλλά και σε υπεράσπιση όπως αυτά προβλέπονται από το σύνταγμα και της υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ».
Υπογραμμίζουν δε ότι ο νόμος αναφέρεται σε ιατρό πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και δεν αναφέρεται πουθενά ο όρος δημόσιος φορέας και επομένως, σύμφωνα με την ανακοίνωση: «Ένας ιδιώτης Προσωπικός Ιατρός ή ένας συμβεβλημένος με τον ΕΟΠΥΥ γιατρός θα έπρεπε να γίνεται πλήρως αποδεκτός».
Το Ζ' Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, με την απόφασή του, η οποία εκδόθηκε έπειτα από εκδίκαση αναίρεσης απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου του Μεσολογγίου, η οποία είχε απορρίψει αίτημα αναβολής διότι προσκομίστηκε βεβαίωση ιδιώτη ιατρού, αντικρούει τον ισχυρισμό περί παράβασης της ΕΣΔΑ, καθώς έκρινε μεταξύ άλλων ότι «το δικαστήριο της ουσίας (σ.σ.: δευτεροβάθμιο Μεσολογγίου) μετά την αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής του κατηγορουμένου, ορθώς και χωρίς να υποπέσει στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας, προχώρησε την έρευνα της υπόθεσης, χωρίς να παραβιαστούν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα και το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη, και χωρίς να παραβιαστούν τα από το άρθρο 6 παρ. 1, 2, 3 της ΕΣΔΑ, 20 παρ. 1 του συντάγματος και 14 του ΔΣΑΠΔ δικαιώματά του».


