Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε ανάρτηση με τίτλο «From Grexit to Grecovery», αναλύει τη διαδρομή της ελληνικής οικονομίας από τα σενάρια εξόδου από το ευρώ έως τη σημερινή περίοδο ανάκαμψης.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον ρόλο του ιδιωτικού χρέους και στη σημασία της αποτελεσματικής διαχείρισής του, ώστε να ενισχυθεί η χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και να υποστηριχθεί περαιτέρω η οικονομική ανάπτυξη.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η εμπειρία άλλων χωρών που βίωσαν κρίση δείχνει ότι η μεταφορά μεγάλου όγκου μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός τραπεζικού συστήματος δεν οδηγεί σε άμεση λύση. Αντιθέτως, πρόκειται για μια μακροχρόνια διαδικασία, που απαιτεί χρόνο και συστηματική διαχείριση.

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι το πρόγραμμα HAPS (Ηρακλής) συνέβαλε καθοριστικά στην εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών. Ωστόσο, οι κρατικές εγγυήσεις που συνοδεύουν τις τιτλοποιήσεις αποτελούν μια δυνητική επιβάρυνση για τα δημόσια οικονομικά. Σε περίπτωση που οι ανακτήσεις δανείων δεν εξελιχθούν όπως αναμένεται, το δημοσιονομικό κόστος μπορεί να αυξηθεί, επηρεάζοντας τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.

Ενισχυμένος και πιο ανθεκτικός ο τραπεζικός κλάδος

Οι αναλυτές της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τονίζουν ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν καταγράψει μια εντυπωσιακή επιστροφή μετά την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. Τότε, ο κλάδος επηρεάστηκε έντονα από ζημιές σε κρατικά ομόλογα, την εκτόξευση των κόκκινων δανείων και τη σημαντική μείωση των καταθέσεων.

Έκτοτε, μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων, οι τράπεζες ενίσχυσαν τα κεφάλαιά τους και προχώρησαν σε ουσιαστική εξυγίανση ισολογισμών, με τη στήριξη της αυστηρότερης τραπεζικής εποπτείας.

Καθοριστικής σημασίας υπήρξε το σχήμα HAPS, το οποίο επέτρεψε την τιτλοποίηση και πώληση περίπου 57 δισ. ευρώ σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια έως το 2025. Η σταθεροποίηση των μακροοικονομικών συνθηκών και η επιστροφή της εμπιστοσύνης ενίσχυσαν τη ρευστότητα, την κερδοφορία και τους κεφαλαιακούς δείκτες των τραπεζών, ενώ οι συγχωνεύσεις συνέβαλαν στον ανασχηματισμό του κλάδου.

Στο πεδίο της πραγματικής οικονομίας, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαπιστώνει μια σαφή μετατόπιση από το προ κρίσης μοντέλο, το οποίο στηριζόταν στη δημοσιονομική επέκταση, την κατανάλωση και την αγορά ακινήτων, προς ένα πιο βιώσιμο και παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης. Στο νέο αυτό πλαίσιο, ενισχύονται οι επενδύσεις σε επιχειρήσεις και υποδομές, αυξάνονται οι δημόσιες επενδύσεις μετά το 2020 και αναβαθμίζεται ο ρόλος των εξαγωγών.

Οι εξαγωγές πλέον ξεπερνούν το 35% του ΑΕΠ, σε σύγκριση με περίπου 21% πριν την κρίση, γεγονός που υποδηλώνει ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας. Παράλληλα, καταγράφονται ενδείξεις βελτίωσης στην εξαγωγική ικανότητα, καθώς και σταδιακή διείσδυση σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας. Ωστόσο, η δομή των εξαγωγών εξακολουθεί να παρουσιάζει αδυναμίες, καθώς σχεδόν το 50% εξαρτάται από τον τουρισμό, τη ναυτιλία και την ενέργεια, τομείς που επηρεάζονται έντονα από γεωπολιτικούς κινδύνους και οικονομικούς κύκλους.

Καθοριστικής σημασίας για τη συνέχεια της πορείας, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, είναι η ενίσχυση της ποιότητας των θεσμών, όπως η αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, το σταθερό ρυθμιστικό πλαίσιο, το κράτος δικαίου και ο περιορισμός της διαφθοράς.

Παρότι η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο, εξακολουθεί να υπολείπεται του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Με βάση σχετική ανάλυση της ΕΚΤ, εάν η χώρα έφθανε στο επίπεδο θεσμικής ποιότητας της ζώνης του ευρώ, το ποσοστό των ιδιωτικών επενδύσεων που κατευθύνεται σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 5 ποσοστιαίες μονάδες. Σε ένα ακόμη πιο αισιόδοξο σενάριο, αν συγκλίνει με τις κορυφαίες οικονομίες, το μερίδιο αυτό θα μπορούσε να προσεγγίσει το 25%.

Την ίδια στιγμή, το δημόσιο χρέος, αν και ακολουθεί πτωτική πορεία από το 2021 και επωφελείται από ευνοϊκούς όρους αποπληρωμής προς τους ευρωπαίους εταίρους, παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επισημαίνει ότι, παρά τη θετική πορεία και την «ιστορία αξιόπιστης αποπληρωμής», δεν υπάρχει περιθώριο για εφησυχασμό.