Το ερώτημα δεν είναι, πλέον, μόνο πώς θα εξασφαλιστεί η ενέργεια, αλλά ποιος θα πληρώσει όταν η ενέργεια ακριβύνει.

Η σκέψη που στριφογυρνάει στα μυαλά κάποιων, έτσι ανθρώπων είναι, πως ενώ βρισκόμαστε εν μέσω μίας σημαντικής κρίσης, είναι ανάγκη να συζητήσουμε ουσιαστικά χωρίς άγονες αντιπαραθέσεις για επί μέρους προτάσεις που συχνά πετάγονται σαν συνθήματα και εύκολες λύσεις, να αναζητήσουμε τα αίτια και τις προοπτικές της κρίσης. Σ΄αυτή την κατεύθυνση χρήσιμο είναι να θυμόμαστε τι έχει συμβεί με παρόμοιες κρίσεις.

Πενήντα και πλέον χρόνια ενεργειακών κρίσεων δείχνουν ότι δεν άλλαξαν μόνο οι αιτίες και τα καύσιμα που βρίσκονται στο επίκεντρο. Άλλαξε και κάτι εξίσου σημαντικό: ο τρόπος με τον οποίο το κράτος αντιλαμβάνεται την ευθύνη του απέναντι στην ενεργειακή κρίση. Το 1973 και το 1979 το πρόβλημα ήταν πρωτίστως η φυσική επάρκεια πετρελαίου. Το 1997 η αγορά πετρελαίου κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το 2022 το επίκεντρο μεταφέρθηκε στο φυσικό αέριο και στην ευρωπαϊκή εξάρτηση από τη Ρωσία. Και το 2026 το πετρέλαιο επιστρέφει στο επίκεντρο εξαιτίας μιας νέας γεωπολιτικής αναταραχής. Η διαδρομή αυτή δείχνει και την εξέλιξη από το κράτος των περιορισμών στο κράτος της προστασίας, αλλά πλέον και στο κράτος της ενεργειακής ανθεκτικότητας.

Η πρώτη πετρελαϊκή κρίση αποτέλεσε ένα σοκ για ολόκληρο το μεταπολεμικό οικονομικό μοντέλο. Το αραβικό εμπάργκο και η μεγάλη άνοδος των τιμών αποκάλυψαν την εξάρτηση των βιομηχανικών οικονομιών από το εισαγόμενο πετρέλαιο. Η κρίση ήταν τόσο βαθιά ώστε οδήγησε το 1974 στη δημιουργία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας, με αποστολή την ασφάλεια εφοδιασμού και τον συντονισμό των κρατών σε περίπτωση μεγάλης διαταραχής. Η Ελλάδα εντάχθηκε στον οργανισμό το 1976.

Στην Ελλάδα η αντίδραση ήταν χαρακτηριστική της εποχής. Το κράτος αύξησε σημαντικά τις τιμές καυσίμων και παράλληλα έλαβε μέτρα περιορισμού της κατανάλωσης. Σύμφωνα με τον OECD, οι αυξήσεις έφτασαν το 25%-30% για βενζίνη και πετρέλαιο κίνησης και το 65% για πετρέλαιο καυστήρων, ενώ εφαρμόστηκαν μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας. Το κράτος λειτουργούσε, δηλαδή, κυρίως ως διαχειριστής της έλλειψης. Δεν μπορούσε να απορροφήσει το κόστος· προσπαθούσε να περιορίσει τη ζήτηση.

Το δεύτερο πετρελαϊκό σοκ, μετά την Ιρανική Επανάσταση, βρήκε την Ελλάδα καλύτερα προετοιμασμένη θεσμικά, αλλά με την ίδια βασική λογική. Η κυβέρνηση είχε ήδη διαμορφώσει από το 1977 πρόγραμμα εξοικονόμησης, διαφοροποίησης των πηγών ενέργειας και μεγαλύτερης αξιοποίησης εγχώριων καυσίμων.

Το 1979, όμως, η κρίση οδήγησε σε ακόμη πιο άμεσες παρεμβάσεις: αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, περιορισμούς στη χρήση αυτοκινήτων, όριο ταχύτητας 100 χιλιομέτρων, περιορισμούς στη χρήση των αυτοκινήτων τα Σαββατοκύριακα, περιορισμούς στη φωτεινή διαφήμιση και όρια στη θέρμανση των κτηρίων. Εξεταζόταν ακόμη και η επιβολή δελτίου στο πετρέλαιο θέρμανσης και στη βενζίνη.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς σήμερα ανάλογη μορφή κρατικής παρέμβασης. Τότε, όμως, θεωρούνταν φυσική: όταν η προσφορά δεν επαρκεί, το κράτος περιορίζει τη ζήτηση. Και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα άρχισε να δημιουργεί αντίστοιχους μηχανισμούς. Ήδη από τη δεκαετία του 1970 υπήρχαν ευρωπαϊκοί μηχανισμοί για συντονισμένη μείωση της κατανάλωσης πετρελαίου σε περίπτωση σοβαρών δυσκολιών εφοδιασμού.

Η περίπτωση του 1997 είναι η μεγάλη εξαίρεση. Η κρίση της Ασίας περιόρισε τη ζήτηση, ενώ η αύξηση της παραγωγής δημιούργησε υπερπροσφορά πετρελαίου. Οι τιμές, μετά την αρχική άνοδο, κατέρρευσαν το 1998. Για την Ελλάδα η εξέλιξη αυτή ήταν ευνοϊκή. Η πτώση του κόστους ενέργειας βοήθησε την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα προσπαθούσε να επιτύχει τη σύγκλιση προς τα ευρωπαϊκά κριτήρια. Το κράτος δεν χρειάστηκε να λειτουργήσει ως «πυροσβέστης» μιας μεγάλης ακρίβειας. Και εδώ βρίσκεται μια σημαντική διαφορά: το 1997 το κράτος μπορούσε σε μεγάλο βαθμό να αφήσει την αγορά να διορθώσει την τιμή.

Η κρίση που ξέσπασε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία άλλαξε ξανά το μοντέλο. Αυτή τη φορά η μεγάλη ευρωπαϊκή εξάρτηση δεν αφορούσε τόσο το πετρέλαιο όσο το φυσικό αέριο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντέδρασε συλλογικά: αύξησε τα επίπεδα αποθήκευσης, έθεσε στόχους μείωσης της κατανάλωσης, ενίσχυσε τη διαφοροποίηση των προμηθευτών και προχώρησε σε κοινές αγορές αερίου. Οι αποθήκες φυσικού αερίου έφτασαν πάνω από 99% της χωρητικότητάς τους τον Οκτώβριο του 2023, ενώ η κατανάλωση αερίου μειώθηκε σημαντικά.

Στην Ελλάδα η μεταβολή του ρόλου του κράτους ήταν ακόμη πιο εμφανής. Από το 2021 άρχισαν οι επιδοτήσεις ηλεκτρικού και φυσικού αερίου και στη συνέχεια διευρύνθηκαν. Από τον Σεπτέμβριο του 2021 έως τον Νοέμβριο του 2022 η Ελλάδα διέθεσε περίπου 9 δισ. ευρώ για ενεργειακές επιδοτήσεις και άλλα μέτρα προστασίας καταναλωτών. Το κράτος δεν προσπαθούσε πλέον κυρίως να κάνει τον πολίτη να καταναλώσει λιγότερο. Προσπαθούσε να μην περάσει ολόκληρο το κόστος της κρίσης στον πολίτη. Αυτό το στοιχείο είναι ίσως η μεγαλύτερη δομική μεταβολή της ενεργειακής πολιτικής: από την υποχρεωτική προσαρμογή του καταναλωτή, στην κρατική απορρόφηση ενός μέρους του σοκ.

Η νέα ενεργειακή κρίση του 2026 επαναφέρει στο προσκήνιο το πετρέλαιο, αυτή τη φορά εξαιτίας της μεγάλης διαταραχής των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ. Η IEA έχει ενεργοποιήσει για πρώτη φορά από το 2022 συλλογική δράση, με απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων. Τα κράτη-μέλη διαθέτουν υποχρέωση διατήρησης αποθεμάτων ισοδύναμων με τουλάχιστον 90 ημέρες καθαρών εισαγωγών πετρελαίου. Εδώ εμφανίζεται ένα εντελώς διαφορετικό κράτος από εκείνο του 1973. Σήμερα η αντίδραση δεν είναι μόνο «να περιορίσουμε την κατανάλωση». Είναι ένας συνδυασμός αποθεμάτων, δημοσιονομικής στήριξης, ευρωπαϊκού συντονισμού, διαφοροποίησης προμηθειών και επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει ότι τα μέτρα των κρατών-μελών για την αντιμετώπιση του νέου ενεργειακού σοκ φθάνουν τα 14,5 δισ. ευρώ με βάση τις αποφάσεις έως τις αρχές Μαΐου 2026. Η Ελλάδα κινείται στην ίδια λογική. Το 2026 εφαρμόστηκαν επιδοτήσεις πετρελαίου κίνησης και fuel pass, ενώ προβλέφθηκε και έκτακτη οικογενειακή ενίσχυση. Από το κράτος των περιορισμών, περάσαμε στο κράτος της ανθεκτικότητας.

Η σύγκριση των τεσσάρων περιόδων δείχνει τελικά μια εντυπωσιακή μεταβολή. Το 1973 και το 1979 το κράτος προσπαθούσε να διαχειριστεί τη σπανιότητα: αύξηση τιμών, περιορισμοί, εξοικονόμηση, ακόμη και σχεδιασμός δελτίων. Το 1997, καθώς οι διεθνείς τιμές κατέρρεαν, το κράτος μπορούσε να περιοριστεί περισσότερο στον μακροοικονομικό του ρόλο. Το 2022 το κράτος έγινε μηχανισμός προστασίας από την ακρίβεια, αναλαμβάνοντας μεγάλο δημοσιονομικό κόστος. Το 2026 επιχειρείται κάτι πιο σύνθετο: να απορροφηθεί μέρος του άμεσου σοκ χωρίς να εγκαταλειφθεί ο μακροπρόθεσμος στόχος της ενεργειακής ανεξαρτησίας.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη αλλαγή των τελευταίων πενήντα ετών. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πώς θα εξασφαλιστεί η ενέργεια, αλλά ποιος θα πληρώσει όταν η ενέργεια ακριβύνει. Και από αυτή την άποψη, η ιστορία από το 1973 έως το 2026 δεν είναι μόνο ιστορία πετρελαϊκών και ενεργειακών κρίσεων. Είναι και η ιστορία της μετάβασης από ένα κράτος που ζητούσε από την κοινωνία να προσαρμοστεί στην κρίση, σε ένα κράτος που καλείται όλο και περισσότερο να απορροφήσει μέρος του κόστους της -χωρίς όμως να μπορεί να εξαλείψει το διεθνές σοκ.

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Liberal.gr