Η παρουσία του πρωθυπουργού στις ΗΠΑ ανέδειξε μια στρατηγική που συνδέει οικονομική ανθεκτικότητα, αμυντική ισχύ, τεχνολογία και ενέργεια, διευρύνοντας τα περιθώρια κινήσεων της Ελλάδας σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.

Η αποτίμηση της πολυήμερης παρουσίας του Κυριάκου Μητσοτάκη στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον εάν απομακρυνθεί από την καταγραφή συναντήσεων και αναζητήσει τι προσθέτουν αυτές στη θέση της χώρας. Από αυτήν την οπτική, το σημαντικότερο στοιχείο ήταν η προσπάθεια να αξιοποιηθεί η οικονομική πρόοδος των τελευταίων ετών ως βάση για μεγαλύτερη γεωπολιτική ισχύ, σε μια εποχή κατά την οποία η οικονομία, η άμυνα, η ενέργεια και η τεχνολογία συνδέονται περισσότερο από ποτέ.

Η Ελλάδα προσέρχεται πλέον στις ΗΠΑ έχοντας διαφορετικά δεδομένα από εκείνα της προηγούμενης δεκαετίας. Η επενδυτική βαθμίδα, η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και η δυνατότητα διατήρησης υψηλών αμυντικών δαπανών χωρίς δημοσιονομικό εκτροχιασμό επηρεάζουν άμεσα και την εξωτερική πολιτική. Μια οικονομία που μπορεί να χρηματοδοτήσει σε βάθος χρόνου φρεγάτες, μαχητικά, αντιαεροπορικά συστήματα και κρίσιμες υποδομές διαθέτει μεγαλύτερη αντοχή απέναντι στις πιέσεις ενός ασταθούς περιβάλλοντος.

Η οικονομική ισχύς γίνεται γεωπολιτικό κεφάλαιο

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν σημασία οι επαφές στη Silicon Valley και με θεσμικούς επενδυτές στη Νέα Υόρκη. Η τεχνητή νοημοσύνη, οι υπολογιστικές υποδομές και τα κεφάλαια υψηλής τεχνολογίας αφορούν πλέον και την εθνική ισχύ, καθώς οι τεχνολογίες που μετασχηματίζουν την οικονομία μεταβάλλουν ταυτόχρονα την άμυνα και την ασφάλεια.

Η ίδια αλληλεξάρτηση εμφανίζεται ακόμη καθαρότερα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η σχέση με το Ισραήλ εκτείνεται από τα αμυντικά συστήματα έως την ενέργεια και την τεχνολογία. Παράλληλα, έργα ηλεκτρικών και ενεργειακών διασυνδέσεων αποκτούν στρατηγική αξία επειδή εντάσσουν την Ελλάδα στους δρόμους μέσω των οποίων η Ευρώπη επιχειρεί να ενισχύσει την ενεργειακή της ασφάλεια.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα ουσιαστικότερα κέρδη της αμερικανικής παρουσίας. Όσο περισσότερα αμερικανικά και διεθνή κεφάλαια συνδέονται με ελληνικές υποδομές και όσο περισσότερο η χώρα εντάσσεται σε αμυντικά, ενεργειακά και τεχνολογικά δίκτυα, τόσο αυξάνεται το κόστος της αστάθειας γύρω της και, αντίστοιχα, το διεθνές ενδιαφέρον για τη διατήρηση της σταθερότητάς της.

Περισσότερα εργαλεία απέναντι στην αβεβαιότητα

Υπ’ αυτό το πρίσμα πρέπει να διαβαστεί και η τοποθέτηση του Μητσοτάκη απέναντι στην Τουρκία. Η επαναφορά του casus belli από το βήμα του ΟΗΕ συνοδεύθηκε από επιμονή στον διάλογο και στο Δίκαιο της Θάλασσας. Η Αθήνα επιδιώκει την αποκλιμάκωση επειδή αυτή ευνοεί την οικονομία και τα μεγάλα περιφερειακά σχέδια, διατηρώντας παράλληλα την αποτρεπτική ισχύ που περιορίζει τον κίνδυνο η ηρεμία να μετατραπεί σε μονομερή πίεση.

Αυτό είναι ίσως και το βασικό συμπέρασμα της αμερικανικής περιοδείας. Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα περισσότερα αλληλοσυνδεόμενα εργαλεία από όσα διέθετε πριν από λίγα χρόνια. Η οικονομική ανθεκτικότητα χρηματοδοτεί την άμυνα, η στρατιωτική ισχύς προστατεύει τη σταθερότητα που χρειάζονται οι επενδύσεις, οι ενεργειακές διασυνδέσεις αυξάνουν τη χρησιμότητα της χώρας για τους εταίρους της και η τεχνολογική συνεργασία προσθέτει μια νέα διάσταση στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το σημαντικότερο κέρδος για τον Μητσοτάκη βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη σύνδεση, στο ότι η Ελλάδα μπορεί πλέον να στηρίζει την εξωτερική της πολιτική σε περισσότερους συντελεστές ισχύος, οι οποίοι ενισχύουν ο ένας τον άλλο. Και σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομική ασφάλεια και η γεωπολιτική ασφάλεια τείνουν να γίνουν μία ενιαία υπόθεση, αυτό αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα.