Στις 30 Μαρτίου 2026 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαβίβαζε στη Βουλή τη δικογραφία για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Στις 22 Απριλίου ήρθη η ασυλία έντεκα βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας. Η αντιπολίτευση βρήκε αμέσως το σύνθημά της. Μιλούσε για «κυβέρνηση υπόδικων», για απώλεια της δεδηλωμένης, για θεσμική εκτροπή και για ένα κυβερνητικό σχήμα που δήθεν στηριζόταν σε ελεγχόμενους και εκβιαζόμενους βουλευτές. Η πολιτική καταδίκη είχε προηγηθεί της δικαστικής διερεύνησης.
Σήμερα, όμως, η έκθεση της ειδικής επιστήμονος Παρασκευής Τυχεροπούλου αλλάζει δραστικά την εικόνα. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, για έξι από τις έντεκα περιπτώσεις αποκλείεται κατηγορηματικά οποιαδήποτε ζημία στα ευρωπαϊκά κονδύλια. Για τις υπόλοιπες πέντε δεν μπορεί να αποδειχθεί ζημία. Ακόμη και στο πιο δυσμενές σενάριο, το συνολικό ποσό που εξετάζεται απέχει παρασάγγας από τα μεγέθη που επί μήνες παρουσιάζονταν ως τεκμήριο ενός δήθεν γιγαντιαίου σκανδάλου.
Το πολιτικό ερώτημα, όμως, είναι άλλο. Αν η έκθεση αυτή παραδόθηκε στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στις 18 Μαΐου 2026, γιατί ζητήθηκε μόλις στις 28 Απριλίου, δηλαδή μετά την άρση ασυλίας των βουλευτών; Γιατί δεν είχε ζητηθεί νωρίτερα, πριν η δικογραφία φτάσει στη Βουλή στις 30 Μαρτίου; Γιατί επί σχεδόν έναν χρόνο η δημόσια συζήτηση τροφοδοτούνταν από διαρροές, υποψίες και πολιτικές εικασίες, χωρίς να υπάρχει μια ολοκληρωμένη πραγματογνωμοσύνη για το ύψος και τη φύση της ζημίας;
Και ένα ακόμη ερώτημα. Γιατί η ύπαρξη αυτής της έκθεσης δεν ελήφθη υπόψη στη συζήτηση της 21ης Μαΐου για την Προανακριτική Επιτροπή; Πώς είναι δυνατόν να συζητείται μια υπόθεση ως κακουργηματική, ενώ ήδη υπήρχε στα χέρια των αρμοδίων ένα πόρισμα που, σύμφωνα με τις πληροφορίες, αποδομούσε τον βασικό πυρήνα των κατηγοριών;
Η αντιπολίτευση δεν αρκέστηκε στην κριτική. Επέλεξε τη χυδαιότητα. Μίλησε για κυβέρνηση υπόδικων, για κατάρρευση της δημοκρατικής νομιμοποίησης και για θεσμούς που λειτουργούν ως μηχανισμοί συγκάλυψης. Και όλα αυτά ενώ σε άλλες περιπτώσεις έδειχνε αξιοσημείωτη επιείκεια απέναντι σε πρόσωπα που βρίσκονταν αντιμέτωπα με πολύ σοβαρότερες δικαστικές περιπέτειες.
Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η πρόσφατη παραδοχή του Χρήστου Κακλαμάνη, γραμματέα του Τομέα Δικαιοσύνης του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, ότι αν το πόρισμα Τυχεροπούλου καταλήγει πως οι δύο υπουργοί δεν είχαν ευθύνες, τότε δεν θα έπρεπε να είχε κατατεθεί αίτημα για Προανακριτική Επιτροπή. Η δήλωση αυτή συνιστά έμμεση αναγνώριση ότι η πολιτική πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ ελήφθη χωρίς να είναι γνωστά όλα τα κρίσιμα δεδομένα της υπόθεσης. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η προσπάθεια ορισμένων βουλευτών του κόμματος να αποδομήσουν τον ίδιο τον Κακλαμάνη, εστιάζοντας στη διατύπωση «αν το πόρισμα λέει», για να υποστηρίξουν ότι δεν το είχε διαβάσει και άρα δεν μπορούσε να γνωρίζει το περιεχόμενό του. Πρόκειται για μια μάλλον αμήχανη γραμμή άμυνας, καθώς αντί να απαντά στην ουσία των νέων στοιχείων, επιχειρεί να μεταθέσει τη συζήτηση σε μια λεκτική λεπτομέρεια.
Το συμπέρασμα, ωστόσο, παραμένει σαφές. Εάν το πόρισμα Τυχεροπούλου ήταν γνωστό εξαρχής και πράγματι απέκλειε ευθύνες για τα πολιτικά πρόσωπα που βρέθηκαν στο στόχαστρο, τότε δεν θα έπρεπε να υπάρχει καν αίτημα για Προανακριτική. Και αν αυτό το παραδέχεται δημόσια ο ίδιος ο Χρήστος Κακλαμάνης, τότε όσοι επί μήνες επένδυσαν πολιτικά στο αφήγημα της «κυβέρνησης υπόδικων» οφείλουν να εξηγήσουν γιατί προχώρησαν σε τόσο βαριές κατηγορίες πριν ολοκληρωθεί η αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων.