Για τη γενιά μας, το ποδόσφαιρο δεν ξεκίνησε με δορυφορικά πακέτα, ούτε με αλγόριθμους στατιστικής και αναλύσεις, χωρίς VAR

Ξεκίνησε με μια ασπρόμαυρη οθόνη, όπου μια ομάδα από το Μιλάνο παρέδιδε μαθήματα γεωμετρίας και αριστοκρατικής αισθητικής. Ανήκω στους ρομαντικούς που ερωτεύτηκαν τη Μίλαν όχι για τους τίτλους της, αλλά για τη μορφή του Τζάνι Ριβέρα. Για εκείνο το «Golden Boy» με το αρχοντικό στιλ, που με τις ντελικάτες πάσες του έμοιαζε να ζωγραφίζει στον αέρα. Όταν ο Ριβέρα αποσύρθηκε το 1979 (για να μπει στην πολιτική και να εκλεγεί βουλευτής με τους κεντροδεξιούς Χριστιανοδημοκράτες), πίστεψα, με την υπερβολή της νιότης γαρ, ότι το ποδόσφαιρο έχασε την ποίησή του.

Λάθος. Το πεπρωμένο των «ροσονέρι» είχε ήδη προνοήσει, γεννώντας μέσα στα σπλάχνα του συλλόγου τον επόμενο μεγάλο φύλακα άγγελό του. Τον άνθρωπο που πήρε το περιβραχιόνιο και κράτησε την ψυχή της ομάδας ζωντανή στα εύκολα, αλλά κυρίως στα πολύ δύσκολα. Η είδηση του θανάτου του Φράνκο Μπαρέζι σε ηλικία 66 ετών, μετά από μια γενναία μάχη με τον καρκίνο, δεν προκαλεί απλώς θλίψη. Προκαλεί έναν βαθύ, εσωτερικό σεισμό σε όλους εμάς που μεγαλώσαμε μαζί του. Είναι το οριστικό τέλος της εφηβείας μας.

Η πίστη στα πέτρινα χρόνια

Αν ο Ριβέρα ήταν η εκτυφλωτική λάμψη της δημιουργίας, ο Μπαρέζι έγινε ο γρανιτένιος βράχος της αναγέννησης. Η ιστορία του ξεκίνησε με μια ειρωνεία που μόνο η μοίρα θα μπορούσε να σκαρφιστεί: απορρίφθηκε μικρός από τις ακαδημίες της Ίντερ επειδή θεωρήθηκε «πολύ αδύνατος», για να καταλήξει στην κόκκινη πλευρά του Μιλάνου και να γίνει το απόλυτο τοτέμ της. Ο μύθος του όμως δεν χτίστηκε στα ευρωπαϊκά τρόπαια, αλλά στη λάσπη της Serie B. Όταν η Μίλαν υποβιβάστηκε δύο φορές στις αρχές της δεκαετίας του '80, ο Μπαρέζι- αν και εν ενεργεία παγκόσμιος πρωταθλητής με την Ιταλία το 1982- αρνήθηκε να εγκαταλείψει την ομάδα. Στα 22 του χρόνια, φόρεσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού σε άδεια και παγωμένα γήπεδα της επαρχίας. Εκεί γεννήθηκε ο «Il Capitano». Εκεί πλήρωσε τον φόρο τιμής στην πίστη και στον ρομαντισμό, εξαργυρώνοντάς τον λίγα χρόνια μετά με την απόλυτη ποδοσφαιρική αθανασία.

Ο Μαέστρος της «Τέλειας Άμυνας»

Όταν ο Αρίγκο Σάκι ανέλαβε τη Μίλαν το 1987, ο Μπαρέζι δεν άλλαξε απλώς τον τρόπο που αμυνόταν η ομάδα του· επαναπροσδιόρισε τη θέση του λίμπερο για ολόκληρο τον πλανήτη. Μαζί με τους Μαλντίνι, Κοστακούρτα και Τασότι, δημιούργησε μια αμυντική τετράδα που λειτουργούσε σαν ελβετικό ρολόι.

Δεν διέθετε το τρομακτικό φυσικό ανάστημα. Είχε όμως μια απαράμιλλη ικανότητα να «διαβάζει» τις φάσεις. Ήξερε πού θα πάει η μπάλα δευτερόλεπτα πριν το σκεφτεί ο ίδιος ο επιτιθέμενος. Το διάσημο σήκωμα του χεριού του για το τεχνητό οφσάιντ ήταν μια ιεροτελεστία, μια διαταγή προς τους επόπτες που σπάνια αμφισβητούνταν. Όπως είχε γράψει εύστοχα ο Χόρχε Βαλντάνο: «Οι παίκτες της Μίλαν δεν κοιτούσαν ούτε τους αντιπάλους ούτε τη μπάλα. Κοιτούσαν μόνο τον Μπαρέζι». Στα μετόπισθεν της μεγάλης Μίλαν, ο Φράνκο είχε μεταφέρει την ίδια εκείνη αύρα αρχοντιάς που μας είχε μάθει χρόνια πριν ο Ριβέρα.

23469768.jpg
Ο Μαραντόνα της Νάπολι κόντρα στον Μπαρέζι της Μίλαν (ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΕΡΑ/ANSA)

Μια μυθική κληρονομιά

Στα 20 χρόνια της επαγγελματικής του καριέρας, φόρεσε μόνο μία φανέλα. Σε μια εποχή που το χρήμα άρχιζε να αλώνει τα πάντα, εκείνος παρέμεινε πιστός στρατιώτης, κατακτώντας τα πάντα! Η απόφαση της Μίλαν να αποσύρει για πάντα τη φανέλα με το νούμερο 6 ήταν η ελάχιστη αναγνώριση. Κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να σηκώσει το βάρος αυτού του υφάσματος. Για τη γενιά μου, η πιο συγκλονιστική εικόνα του Μπαρέζι δεν κρύβεται σε κάποιο γύρο θριάμβου, αλλά στο Μουντιάλ του 1994 στις ΗΠΑ. Έχοντας υποστεί σοβαρό τραυματισμό στον μηνίσκο στο δεύτερο παιχνίδι, χειρουργήθηκε και επέστρεψε στον τελικό απέναντι στη Βραζιλία του Ρομάριο μόλις 25 μέρες μετά. Αυτό που παρουσίασε εκείνη την ημέρα δεν ήταν απλώς ποδόσφαιρο· ήταν μια κατάθεση ψυχής, μια υπεράνθρωπη εμφάνιση που κράτησε την Ιταλία όρθια. Και όταν μοιραία λύγισε στα πέναλτι, τα δάκρυά του στην αγκαλιά του Αρίγκο Σάκι έγιναν το απόλυτο σύμβολο της ποδοσφαιρικής τραγωδίας και του πάθους. Ένας μυθικός ήρωας που έκλαιγε σαν παιδί. 

Ο Φράνκο Μπαρέζι έφυγε, αφήνοντας πίσω του ένα ποδόσφαιρο που μοιάζει όλο και περισσότερο με επιχείρηση και μια Μίλαν που δεν μιλάει… Ιταλικά. 

Αν ο Τζάνι Ριβέρα μάς έμαθε στα νιάτα μας να αγαπάμε τη Μίλαν για την ομορφιά της, ο Φράνκο Μπαρέζι μάς ανάγκασε να τη λατρέψουμε για την περηφάνια, την πίστη και την ψυχή της. Σήμερα, η γενιά μου υποκλίνεται για τελευταία φορά στον Μεγάλο Καπιτάνο. Το «6» πέρασε στην αιωνιότητα, και μαζί του ένα κομμάτι από τη δική μας ζωή.

Καλό ταξίδι, Φράνκο.