Υπάρχει μία κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στη δημοσιογραφική έρευνα και τη δημοσιογραφική εργαλειοποίηση.

Η πρώτη αναζητεί τα γεγονότα, ελέγχει τις πληροφορίες και διορθώνει τα λάθη της. Η δεύτερη επιλέγει το αφήγημα, τοποθετείται απέναντι στον αντίπαλο και χρησιμοποιεί την ενημέρωση ως όχημα πολιτικής πίεσης. Η πρόσφατη αντιπαράθεση του Άδωνι Γεωργιάδη με την Ανθή Βούλγαρη και τον Ιορδάνη Χασαπόπουλο στο MEGA ανέδειξε ακριβώς αυτό το πρόβλημα.

Ο υπουργός Υγείας κλήθηκε να απαντήσει για την παρουσία του στα εγκαίνια ιδιωτικής κλινικής στα νότια προάστια. Η συζήτηση, όμως, δεν περιορίστηκε στα πραγματικά δεδομένα. Η συγκεκριμένη κλινική εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία δηλώνει ρητά ότι ουδέποτε παρείχε υπηρεσίες πλασμαφαίρεσης και ότι ουδέποτε αγόρασε ή διέθεσε σχετικό ιατρικό εξοπλισμό.

Παρά ταύτα, η παρουσία του υπουργού στα εγκαίνια χρησιμοποιήθηκε για να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι διαφήμισε ή κάλυψε μία ανύπαρκτη υπηρεσία. Οταν ο ίδιος προσπάθησε να αποκαταστήσει τα πραγματικά δεδομένα, βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν αντιδεοντολογικό, επιθετικό και απαξιωτικό τρόπο.

Ο Ιορδάνης Χασαπόπουλος του είπε ότι «είναι καλός στο να κάνει το θύμα». Η Ανθή Βούλγαρη, αντί να επιμείνει στην ουσία των ερωτήσεων, τον διέκοψε και του απηύθυνε τη φράση: «Κύριε Γεωργιάδη, δεν ντρέπεστε λίγο;» Η φράση αυτή δεν αποτελεί δημοσιογραφικό επιχείρημα. Είναι προσωπική επίθεση.

Και όταν ένας δημοσιογράφος διατυπώνει έναν ισχυρισμό, οφείλει να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό, όχι να εγκαλεί τον ερωτώμενο επειδή επιχειρηματολογεί για να αποκατασταθεί η αλήθεια.

Απαράδεκτος συμψηφισμός

Η συζήτηση έγινε ακόμη πιο αποκαλυπτική όταν ο υπουργός υπενθύμισε ότι το MEGA και οι δημοσιογράφοι του είχαν προβάλει επί χρόνια τη Μαρία Καρυστιανού. Η απάντηση της Βούλγαρη ήταν: «Για άλλους λόγους την Καρυστιανού». 

Οταν ο Γεωργιάδης αναφέρθηκε στις δημόσιες αναφορές της στην «κβαντική ιατρική», εκείνη απάντησε: «Κι εσείς νανογιλέκα, κύριε Γεωργιάδη». Αυτό δεν είναι απάντηση. Είναι συμψηφισμός.

Το νανογιλέκο ήταν προϊόν ευεξίας και όχι ιατρική πράξη. Ο Αδωνις Γεωργιάδης το παρουσίαζε ως τέτοιο και δεν το διαφήμιζε ως θεραπευτικό ή ιατρικό προϊόν. Η εταιρεία Nanobionic είχε λάβει επιχειρηματικές και διεθνείς διακρίσεις, γεγονός που δεν πιστοποιεί θεραπευτική αποτελεσματικότητα, αλλά αποδεικνύει ότι επρόκειτο για υπαρκτό εμπορικό προϊόν και όχι για παράνομη ιατρική διαδικασία.

Η σύγκριση, επομένως, ανάμεσα στα νανογιλέκα και στην πλασμαφαίρεση δεν είναι απλώς λανθασμένη. Είναι ένας τεχνητός συσχετισμός που επιχειρεί να μεταφέρει τη δυσπιστία από το ένα πεδίο στο άλλο: από ένα παλαιό προϊόν ευεξίας σε μία υποτιθέμενη ιατρική υπηρεσία, την οποία η ίδια η κλινική διαψεύδει κατηγορηματικά. Αυτό είναι «ενοχή διά συσχετισμού». Και όταν χρησιμοποιείται ως πολιτικό όπλο δεν αποτελεί κριτική, αλλά δυσφημιστική κατασκευή.

Η υπόθεση των Τεμπών

Το ίδιο ακριβώς μοτίβο είχε προηγηθεί και στην υπόθεση των Τεμπών. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, τηλεοπτικές εκπομπές και δημοσιογραφικές πλατφόρμες του ομίλου φιλοξένησαν πρόσωπα που, με το καπέλο του ειδικού εμπειρογνώμονα, παρουσίαζαν ως βεβαιότητα την ύπαρξη παράνομου φορτίου ξυλολίου και συνέδεαν το αφήγημα αυτό με δήθεν κυβερνητική συγκάλυψη.

Οπως σημείωσε με χθεσινή του ανάρτηση ο υπουργός Υγείας:

«Κυρίως στο Mega καλούσαν συνεχώς κάτι κομπογιαννίτες εμπειρογνώμονες που προσπαθούσαν να πείσουν, και είχαν πείσει το 80% των συμπολιτών μας, ότι στην εμπορική αμαξοστοιχία στο δυστύχημα των Τεμπών υπήρχε παράνομο φορτίο ξυλολίου και άρα η κυβέρνηση μπάζωσε τον χώρο εκεί για να συγκαλύψει το λαθρεμπόριο κ.λπ., τι ήθελα να το πω αυτό, σαν να τους πέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Και όμως είπα κάτι ψέματα, δεν ήταν κομπογιαννίτες αυτοί; Μα δεν τους άφησαν να καταθέσουν στο δικαστήριο διότι δεν πληρούσαν τα τυπικά προσόντα του εμπειρογνώμονα. Σήμερα ξέρουμε όχι μόνον ότι ξυλόλιο δεν υπήρξε ποτέ, αλλά και ότι το πιθανότερο οι περισσότεροι το ήξεραν από την αρχή. Το Mega, που κρίνει λοιπόν τους πάντες και τα πάντα, έχει ποτέ ζητήσει συγγνώμη από τους τηλεθεατές του για την παραπληροφόρηση;»

Εκδοχή και όχι «αλήθεια»

Η υπόθεση παρουσιάστηκε στην κοινή γνώμη προτού ολοκληρωθεί η δικαστική και επιστημονική διερεύνηση, με αποτέλεσμα μία εκδοχή να μετατραπεί σε «αλήθεια» και όσοι την αμφισβητούσαν να αντιμετωπίζονται ως ύποπτοι ή συνένοχοι. 

Αλήθεια, όταν ένα μέσο ενημέρωσης αποδεικνύεται ότι προέβαλλε επί μακρόν μία ατεκμηρίωτη εκδοχή, έχει την υποχρέωση να ζητήσει συγγνώμη από το κοινό του; Ή η απαίτηση για έλεγχο και λογοδοσία απαιτείται μόνο από τους πολιτικούς αντιπάλους;

Το ίδιο ισχύει και για την κυρία Καρυστιανού. Η στήριξη στο πρόσωπό της για τον αγώνα της σχετικά με τα Τέμπη ήταν απολύτως θεμιτή. Ομως η ανθρώπινη συμπαράσταση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε δημοσιογραφική ασυλία.

Η κυρία Βούλγαρη, όταν η πολιτικός Καρυστιανού δεχόταν κριτική για τις δηλώσεις της περί αμβλώσεων, έλεγε ότι δεν καταλαβαίνει «τόση μανία και τόση λύσσα» εναντίον της και ότι τόσο η ίδια όσο και η εκπομπή θα είναι «στο πλευρό της».

Σήμερα, η ίδια δημοσιογράφος θεωρεί θεμιτό να επιτίθεται στον υπουργό, να τον διακόπτει με περίσσεια αγένεια και να στρέφει εναντίον του ένα προϊόν που ο ίδιος πουλούσε στο παρελθόν, παρουσιάζοντάς το ως «παραπλανητικό» ή και παράνομο. Αυτό δεν είναι ζήτημα πολιτικής συμφωνίας ή διαφωνίας. Είναι ζήτημα μέτρου, αξιοπιστίας και επαγγελματικής δεοντολογίας.

Αλλα μέτρα και σταθμά;

Ο όμιλος στον οποίο ανήκει το MEGA είναι ένας από τους ισχυρότερους της χώρας. Διαθέτει τηλεόραση, ραδιόφωνο, ιστοσελίδες, κοινωνικά δίκτυα και έντυπα. Οταν ένα τέτοιο οικοσύστημα αναπαράγει την ίδια ερμηνεία, απομονώνει αποσπάσματα και παρουσιάζει τον δημοσιογράφο ως θύμα και τον πολιτικό ως θύτη, η επιρροή του δεν είναι αμελητέα. Είναι πολλαπλασιαστική. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Αδωνις Γεωργιάδης πρέπει να ελέγχεται. Φυσικά και πρέπει.

Το ερώτημα είναι αν ο έλεγχος θα γίνεται με τα ίδια μέτρα για όλους ή αν η δημοσιογραφία θα λειτουργεί ανενόχλητη ως μηχανισμός πολιτικής στοχοποίησης. Και κάπου εδώ προκύπτει το τελευταίο ερώτημα: Ποια είναι τελικά η διαφορά ανάμεσα στην «ενημέρωση» ενός μεγάλου δημοσιογραφικού ομίλου και στο «Μακελειό»;

Η διαφορά δεν περιορίζεται στο ύφος, στην αισθητική ή στη γραμματοσειρά. Η ουσιαστική διαφορά προκύπτει από την τεκμηρίωση, τη διάκριση ανάμεσα στο γεγονός και στον υπαινιγμό, καθώς και από την έγκαιρη διόρθωση του λάθους. Οταν αυτά απουσιάζουν, η ενημέρωση δεν υπηρετεί την κοινωνία. Υπηρετεί την επιβολή μιας κατασκευασμένης εκδοχής ως μοναδικής αλήθειας.

Και τότε δεν έχουμε ενημέρωση, αλλά παραπληροφόρηση με θεσμικό περιτύλιγμα.