Η σταθερότητα εξασφαλίζεται μέσα από μια λύση διακυβέρνησης που πρέπει να προκύψει μετά τις εκλογές.

ΕΡΣΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Η προεκλογική περίοδος ατύπως έχει ξεκινήσει και από το βήμα της ΔΕΘ είδαμε το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε τον Κυριάκο Μητσοτάκη να βάζει ευθέως τα διλήμματα και τα μηνύματα της κάλπης. «Σταθερότητα» είναι το κεντρικό μήνυμα που εκπέμπουν ο πρωθυπουργός και το Μαξίμου, έχοντας ξεκάθαρα στρατηγική «μίας Κυριακής».

Απορρίπτουν δηλαδή κατηγορηματικά τα σενάρια διπλής ή τριπλής εκλογικής αναμέτρησης και «χαλαρής ψήφου» στην πρώτη, απαντώντας σ’ αυτά τα σενάρια ότι η σταθερότητα είναι ακριβώς αυτή που επιβάλλει σοβαρότητα και στις επιλογές των ψηφοφόρων – και θα πρέπει να αποτυπώνεται στο αποτέλεσμα της κάλπης.

Σε διαφορετική περίπτωση, η χώρα είναι αυτή που θα μπει σε περιπέτειες και όχι η ΝΔ, ούτε θα κινδυνεύσει η υστεροφημία του κ. Μητσοτάκη, όπως με αιχμηρό τρόπο σχολίασε ο Αντώνης Σαμαράς.

Το ερώτημα του «Plan B»

Τίθεται συνεπώς ένα κρίσιμο ερώτημα: τι θα συμβεί στην περίπτωση που το βράδυ των εκλογών δεν προκύπτει μια ισχυρή κυβέρνηση; Και επιπλέον: υπάρχει «plan B» στην περίπτωση που αυτό δεν συμβεί —δηλαδή είτε εάν η ΝΔ δεν είναι αυτοδύναμη είτε εάν οι συσχετισμοί δεν επιτρέπουν τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης συνεργασίας με βασικό κορμό ασφαλώς τη ΝΔ ως πρώτο κόμμα; Αντικειμενικά, σ’ αυτό το ερώτημα θα πρέπει να απαντήσουν με τη δέουσα σοβαρότητα οι κήνσορες του πολιτικού λόγου και κυρίως αρχηγοί και στελέχη της αντιπολίτευσης.

Διότι μπορεί ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Ανδρουλάκης —καθένας για διαφορετικούς βέβαια λόγους— να επιδιώκουν κατά βάθος τη μαοϊκή διαπίστωση «μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση», αλλά είναι αδιανόητο να επιστρέψουμε στις σκοτεινές εποχές όπου κάποιοι έπαιζαν τις τύχες της χώρας στα ζάρια.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ακόμη και οι σφοδρότεροι πολέμιοι του κ. Μητσοτάκη και όσοι είναι πρόθυμοι να στοιχηθούν σε ένα αντι-μητσοτακικό μέτωπο με μόνο στόχο να εγκαταλείψει ο σημερινός του ένοικος το Μαξίμου —εσχάτως δηλαδή ακόμη και ο κ. Σαμαράς— δεν έχουν καθαρή απάντηση για το τι μέλλει γενέσθαι μετά το αποτέλεσμα της κάλπης. Ακόμα χειρότερα: δεν έχουν καν απάντηση, διότι το συγκεκριμένο ερώτημα στην πραγματικότητα δεν τους έχει απασχολήσει ποτέ.

Και γι’ αυτό δεν είναι σε θέση να απαντήσουν ποιο είναι το «plan B», παρά μόνο να ψελλίσουν όλα αυτά τα σχεδόν κωμικοτραγικά που έχουν ειπωθεί και αναπαραχθεί από συγκεκριμένους κύκλους για κυβερνήσεις —τάχα— «ειδικού σκοπού» με στόχο «να φύγει ο Μητσοτάκης».

Τα ανοιχτά μέτωπα

Τα ανοιχτά μέτωπα, ωστόσο, είναι πολλαπλά και δεν υπάρχει η πολυτέλεια για πειράματα και αναμονές. Από την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης στο β΄ εξάμηνο του 2027 έως τα Ελληνοτουρκικά και την οικονομία, η οποία κλονίζεται για μία ακόμη φορά με την ενεργειακή κρίση και την ακρίβεια στην αγορά.

Σε ό,τι αφορά ειδικά τα Ελληνοτουρκικά, είναι ξεκάθαρο από τη στάση που κρατούν στην άλλη πλευρά του Αιγαίου πως «ήρεμα νερά» δεν υπάρχουν πια και ότι οι εντάσεις και οι προβοκάτσιες βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη σε καθημερινή βάση. Ο κίνδυνος συνεπώς της ακυβερνησίας είναι πολλαπλός και η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να διολισθήσει σε καταστάσεις που πλήρωσαν ακριβά οι πολίτες στο παρελθόν. Το τελευταίο ασφαλώς δεν υπονοεί ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια κρίση ανάλογη με αυτή του 2012 ή του 2015. Μπορεί όμως η ακυβερνησία να οδηγήσει εύκολα σε μια τέτοια κατάσταση και να πάνε στράφι οι θυσίες των ίδιων των πολιτών την τελευταία επταετία.

Η θέση της κυβέρνησης

Διότι από το 2019 και παρά τις αλλεπάλληλες δύσκολες καταστάσεις, όπως η πανδημία και η πληθωριστική κρίση, η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη ήταν αυτή που ξεκάθαρα έβγαλε την Ελλάδα από την ανυποληψία και αποκατέστησε την αξιοπιστία απέναντι στους εταίρους της.

Κυρίως, όμως, έδωσε την ευκαιρία στους ίδιους τους πολίτες να ζουν καλύτερα και με μεγαλύτερη ασφάλεια, απολαμβάνοντας τα οφέλη από τις μεταρρυθμίσεις στις οποίες προχώρησε η κυβέρνηση όλα αυτά τα χρόνια. Δίχως και πάλι αυτό να σημαίνει πως όλα είναι ρόδινα και όλα τα προβλήματα λύθηκαν ως διά μαγείας. Η σταθερότητα όμως είναι ξεκάθαρο ότι εξασφαλίζεται μέσα από μια λύση διακυβέρνησης που πρέπει να προκύψει μετά τις εκλογές.

Και αυτή δεν εδράζεται σε σενάρια και σκόρπιες σκέψεις, αλλά σε συγκεκριμένες απαντήσεις – αυτές που δίνει στην πράξη ο κ. Μητσοτάκης.