Ο Γιάνης Βαρουφάκης δεν μίλησε ιδιωτικά σε φίλους ούτε σε ένα κλειστό ακροατήριο.
Μίλησε δημόσια, σε podcast, με πλήρη επίγνωση ότι κάθε λέξη του αναπαράγεται, σχολιάζεται και καταναλώνεται από χιλιάδες – κυρίως νέους. Και ακριβώς εκεί ξεκινά το πρόβλημα. Όχι στο τι έκανε πριν από 35 χρόνια, αλλά στο πώς επέλεξε να το αφηγηθεί σήμερα.
Ο πρώην υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Τσίπρα περιέγραψε τη χρήση ecstasy ως «καταπληκτική εμπειρία», με μερικά υστερόγραφα περί ημικρανίας και ταλαιπωρίας. Δεν μίλησε για κινδύνους, δεν μίλησε για συνέπειες, δεν μίλησε για ευθύνη. Μίλησε σαν να αφηγείται μια ρομαντική ιστορία νεανικής υπέρβασης, με soundtrack το Mardi Gras και την Κάιλι Μινόγκ. Το μήνυμα, όσο κι αν κάποιοι προσποιούνται ότι δεν το βλέπουν, είναι σαφές.
Όταν είσαι δημόσιο πρόσωπο, δεν έχεις το προνόμιο της «αθώας εξομολόγησης». Κάθε δημόσια δήλωση λειτουργεί ως παράδειγμα. Και όταν μάλιστα προέρχεται από έναν πολιτικό που συνεχίζει να απευθύνεται σε νεανικά ακροατήρια, να εμφανίζεται ως αντισυστημικός και «αυθεντικός», τότε η ευθύνη γίνεται πολλαπλάσια. Δεν μιλάμε για έναν καλλιτέχνη που αφηγείται μια σκοτεινή περίοδο ζωής. Μιλάμε για έναν πρώην υπουργό Οικονομικών που παρουσίασε τη χρήση ναρκωτικών σχεδόν ως εμπειρία ζωής.
Η επίκληση της ειλικρίνειας δεν αρκεί. Η ειλικρίνεια χωρίς κρίση μετατρέπεται σε επιπολαιότητα. Και η επιπολαιότητα, όταν συνοδεύεται από πολιτικό κύρος, μπορεί να γίνει επικίνδυνη. Ένας 17χρονος που ακούει τον Βαρουφάκη δεν κρατά τις υποσημειώσεις. Κρατά τον τίτλο: «ήταν καταπληκτική εμπειρία».
Σε μια κοινωνία που παλεύει με εξαρτήσεις, ψευδαισθήσεις και εύκολες αφηγήσεις, τέτοιες δηλώσεις δεν είναι απλώς άστοχες. Είναι ανεύθυνες. Και επειδή σήμερα είναι Θεοφάνια, ας ευχηθούμε κάτι απλό και αναγκαίο: λίγη φώτιση. Όχι θεατρική. Πραγματική. Γιατί η δημόσια σφαίρα δεν αντέχει άλλη σκοτεινή ελαφρότητα.

