Η 19η Μαΐου δεν είναι μια ακόμη ιστορική επέτειος. Είναι η μέρα που η μνήμη επιστρέφει εκεί όπου ο ξεριζωμός έγινε στάχτη, σιωπή και απουσία.
Είναι η ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, που καθιερώθηκε επίσημα από τη Βουλή των Ελλήνων το 1994, για να θυμίζει πως πίσω από τους αριθμούς υπήρχαν άνθρωποι, οικογένειες, χωριά και μια ολόκληρη πατρίδα που χάθηκε.
Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα. Για τους Τούρκους εθνικιστές αποτέλεσε την αρχή του πολέμου ανεξαρτησίας τους. Για τον ποντιακό ελληνισμό όμως ήταν η αρχή της πιο βίαιης και οργανωμένης φάσης των διωγμών. Οι σφαγές, οι εκτοπισμοί, οι πορείες θανάτου και οι εξαναγκαστικές εξορίες κορυφώθηκαν τα επόμενα χρόνια. Περισσότεροι από 353.000 Πόντιοι Έλληνες χάθηκαν. Μαζί με τα θύματα της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, ο συνολικός αριθμός των νεκρών ξεπερνά το 1.200.000.
Η τραγωδία όμως δεν ξεκίνησε το 1919. Από το 1913, το καθεστώς των Νεοτούρκων είχε ήδη θέσει σε εφαρμογή οργανωμένο σχέδιο εκκαθαρίσεων εναντίον των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι διώξεις οργανώθηκαν αρχικά με τη στήριξη Γερμανών στρατιωτικών συμβούλων, οι οποίοι επηρέασαν τη δομή και τη λειτουργία του οθωμανικού στρατού κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Έλληνες του Πόντου βρέθηκαν στο στόχαστρο μέσα σε ένα κλίμα φανατισμού και πολιτικής εξόντωσης.
Καθοριστικός υπήρξε και ο ρόλος της Σοβιετικής Ρωσίας μετά την επικράτηση των Μπολσεβίκων. Ο Βλαντιμίρ Λένιν είδε στο κίνημα του Κεμάλ έναν πολύτιμο σύμμαχο απέναντι στις δυτικές δυνάμεις. Η Μόσχα έσπευσε να στηρίξει στρατιωτικά, οικονομικά και διπλωματικά την Άγκυρα. Χρυσός, όπλα, πυρομαχικά και στρατιωτικοί σύμβουλοι στάλθηκαν στην Τουρκία την πιο κρίσιμη περίοδο του πολέμου. Η Συνθήκη της Μόσχας το 1921 αναγνώρισε επίσημα την κεμαλική κυβέρνηση και επέτρεψε στον Κεμάλ να μεταφέρει όλες τις δυνάμεις του στο δυτικό μέτωπο απέναντι στον ελληνικό στρατό.
Για τους Έλληνες του Πόντου αυτή η εξέλιξη υπήρξε μοιραία. Η Ρωσία, που παλαιότερα λειτουργούσε ως σημείο στήριξης των χριστιανικών πληθυσμών της περιοχής, πέρασε πλέον απέναντι. Οι Πόντιοι αντάρτες έμειναν μόνοι. Και η δεύτερη, πιο σκληρή φάση της Γενοκτονίας ολοκληρώθηκε χωρίς καμία ουσιαστική διεθνή προστασία.
Περισσότερο από έναν αιώνα μετά, η μνήμη παραμένει ζωντανή. Στα τραγούδια, στις αφηγήσεις των προσφύγων, στα χωριά που χτίστηκαν ξανά από την αρχή. Η Ιστορία δεν αλλάζει όταν σωπαίνει. Κινδυνεύει όμως να χαθεί όταν ξεχνιέται. Και οι νεκροί του Πόντου ζητούν ακόμη το πιο απλό και πιο δύσκολο πράγμα. Να μην λησμονηθούν ποτέ.