Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας δεν βασίζεται σε μια συναλλακτική προσέγγιση, αλλά σε αρχές», υπογράμμισε η υφυπουργός Εξωτερικών, πρέσβης Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου σε συζήτηση κατά τη διάρκεια του 9ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών. Όπως επεσήμανε, «στεκόμαστε δίπλα στην Ουκρανία, γιατί πιστεύουμε ότι δεν μπορείς να χρησιμοποιείς βία για να προωθήσεις την εξωτερική σου πολιτική», ενώ πρόσθεσε πως η στάση μας στη Μέση Ανατολή μας επέτρεψε να μιλάμε πολύ ανοιχτά, πολύ ειλικρινά σε όλες τις πλευρές. «Δεν πρόκειται για μια συναλλαγή, δεν είδαμε τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, ως μια συναλλακτική προσέγγιση, τι μου δίνεις τι θα σου δώσω», ανέφερε.  Σχολιάζοντας το θέμα του πάνελ για το πώς η Ελλάδα εξελίχθηκε «από πυλώνας σταθερότητας σε απαραίτητο σύμμαχο», τόνισε πως η μετάβαση δε συνέβη από τη μια μέρα στην άλλη και δεν υπάρχει ένα μόνο γεγονός να τη σηματοδοτήσει. «Πήγε χέρι-χέρι με τις μεγάλες αλλαγές της γεωπολιτικής σκηνής γύρω μας στον κόσμο, οι οποίες άλλαξαν τα πράγματα που θεωρούσαμε ως τα πολύ σταθερά στοιχεία μιας εξίσωσης».

«Σε αυτό το νέο πολύ ασταθές, πολύ ρευστό περιβάλλον, ο ρόλος μιας χώρας όπως η Ελλάδα, σε αυτό που ονομάζουμε δυτικές ιδέες, δυτικές συμμαχίες, στον δυτικό τρόπο θεώρησης και διαχείρισης του κόσμου, ήταν φυσικό να τονιστεί ως αυτό ακριβώς που είναι: ο απαραίτητος σύμμαχος που εγγυάται ένα πολύ προβλέψιμο περιβάλλον σε μια πολύ απρόβλεπτη περιοχή του κόσμου», υπογράμμισε χαρακτηριστικά. Είμαστε μια χώρα πολύ κατασταλαγμένη στους στόχους της και το όραμά της, ανέφερε η υφυπουργός Εξωτερικών. «Ξέρουμε τι θέλουμε. Δεν προσποιούμαστε ότι είμαστε κάτι μεγαλύτερο από αυτό που είμαστε, αλλά ούτε και κάτι λιγότερο από αυτό που είμαστε. Ξέρουμε λοιπόν τι προσφέρουμε, ξέρουμε και επίσης, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η Ελλάδα είχε πάντα άριστες σχέσεις με όλους τους γείτονές της». «Πολλοί θα μιλήσουν για τη σχέση με την Τουρκία», ανέφερε. «Όμως ακόμη και στις πιο σκοτεινές περιπτώσεις, είχαμε πάντα γραμμές επικοινωνίας». Η Ελλάδα είναι πολύ κοντά στον Αραβικό κόσμο, έχει στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, είναι πολύ κοντά στην Ουκρανία. Φυσικά είμαστε μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.

«Είμαστε μια φιλελεύθερη οικονομία, μια ελεύθερη χώρα, που σέβεται το κράτος δικαίου, μια δημοκρατική χώρα και επίσης μια χώρα που δεν έχει ένα βαρύ φορτίο παρουσίας σε μέρη όπως η Αφρική. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που αναζητά την ειρήνη, η οποία ποτέ δεν προσπάθησε να επιβάλει τίποτα σε κανέναν και πάντα συνεργάζεται συγχρονισμένα με τους γείτονές της. Όλα αυτά βοηθούν στη συλλογική μας προσπάθεια για σταθεροποίηση της περιοχής», σημείωσε. «Η Ελλάδα ήταν πάντα ενεργή στη γειτονιά της», ανέφερε. «Αλλά κατά τη διάρκεια της οξείας οικονομικής κρίσης, αποσυρθήκαμε πολύ λόγω πρακτικών ζητημάτων. Όμως, καταφέραμε να ξεπεράσουμε αυτή την κρίση». «Ένα σημείο που δεν τονίζουμε αρκετά και το οποίο είναι πολύ σημαντικό, είναι ότι καταφέραμε να περάσουμε μια τεράστια οικονομική κρίση με τρόπο που δεν έπληξε πραγματικά την κοινωνική μας συνοχή. Δεν ξέρω πολλές χώρες στον κόσμο που να μπορούν να περάσουν αυτό που περάσαμε εμείς αυτά τα 10 χρόνια χωρίς να έχουμε μεγάλες κοινωνικές αναταραχές και μια κατάρρευση της κοινωνικής συνοχής. Αυτό αποδεικνύει τη δύναμη της ελληνικής κοινωνίας.

Και όταν μιλάμε για γεωπολιτικές αλλαγές και γεωπολιτικούς ρόλους, η κοινωνική δύναμη και συνοχή είναι πάρα πολύ σημαντική», υπογράμμισε.Η κα Παπαδοπούλου επεσήμανε η Ελλάδα ήταν πάντα πολύτιμος σύμμαχος. «Η μεγάλη αλλαγή στην ελληνική εξωτερική πολιτική δεν είχε να κάνει τόσο με την ουσία, αλλά με το πώς το κάνεις», εξήγησε και τόνισε πως για παράδειγμα σε ότι αφορά τις σχέσεις με τις ΗΠΑ, η μεγάλη αλλαγή ήταν ότι δόθηκε μεγαλύτερη προσοχή στο Κογκρέσο, γιατί το Κογκρέσο είναι εκλεγμένοι αξιωματούχοι που είναι πιο ευαίσθητοι σε διάφορα ζητήματα. «Και επίσης απευθυνθήκαμε σε πολλούς επιστήμονες και στοχαστές», σημείωσε και εξήγησε πως στα υπουργεία Εξωτερικών υπάρχει ένας πολύ συγκεκριμένος τρόπος σκέψης. «Όταν μετακινείσαι σε δεξαμενές σκέψης, σε ανθρώπους που είναι πιο ελεύθεροι στη σκέψη τους, είναι πιο πρόθυμοι να αλλάξουν συμπεριφορές και να είναι δεκτικοί στις αλλαγές στον κόσμο. Ως επαγγελματίες θα ακολουθήσουμε τις αλλαγές, αλλά θα ακολουθήσουμε και εμείς. Μπορεί να μην πρόσθεσε παραπάνω αξία στη θέση της Ελλάδας, αλλά έκανε αυτή την αξία πιο εμφανή». Η κα Παπαδοπούλου ανέφερε ακόμη ότι ο «βασικός κανόνας του διεθνούς δικαίου είναι ότι η βία, η χρήση βίας ή η απειλή χρήσης βίας δεν είναι ο τρόπος για να προχωρήσεις» κα πρόσθεσε:

«Η Ελλάδα έχει σταθεί ολόψυχα στο πλευρό της Ουκρανίας, ακριβώς επειδή δεν μπορείς να εισβάλλεις σε μια χώρα μικρότερη ή μεγαλύτερη χώρα, πιο ισχυρή ή λιγότερο ισχυρή επειδή απλά αυτό θέλεις, αυτό σου λένε τα συμφέροντά σου να κάνεις». «Και νομίζω ότι οι ΗΠΑ κάνοντας αυτό που έκαναν στην Ουκρανία και καθιστώντας σαφές ότι δεν θα δεχτούν τέτοιου είδους συμπεριφορές ή ενέργειες από κανέναν, και εννοώ, από κανέναν, αυτό είναι το πρώτο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση», κατέληξε.

 Ζεμενίδης: Η Τουρκία παρερμήνευε την ήσυχη διπλωματία των ΗΠΑ ως σιωπηρή αποδοχή της τακτικής της

Ο Έντι Ζεμενίδης, εκτελεστικός διευθυντής του Συμβουλίου Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC) σημείωσε πως η προηγούμενη προσέγγιση των ΗΠΑ ήταν η δέσμευση για ήρεμη διπλωματία. «Νομίζω ότι η Τουρκία πάντα παρερμήνευε την ήσυχη διπλωματία ως σιωπηρή αποδοχή της τακτικής της», σημείωσε. «Οι ΗΠΑ, όμως στη συνέχεια άρχισαν να μιλούν δυνατά για το Αιγαίο όταν οι ΗΠΑ-και συγκεκριμένα το Κογκρέσο- άρχισαν να λένε ξεκάθαρα όχι, δεν θα πάρετε F16». Επεσήμανε δε ότι είναι λάθος να πιστεύουμε ότι είναι ο σεισμός που σταμάτησε τις υπερπτήσεις και όχι η δική μας πίεση ή η πίεση του Κογκρέσου. «Όταν οι ΗΠΑ είναι προωθητικές στα μηνύματά τους, μπορούμε να επηρεάσουμε το γεγονός ότι αυτές οι συζητήσεις δεν θα γίνουν το παζάρι της Κωνσταντινούπολης, αλλά μια σοβαρή διπλωματική άσκηση». Σε ότι αφορά την Κύπρο ανέφερε ότι ο «μεγάλος συμβιβασμός έγινε από τους Ελληνοκύπριους πριν από πολύ καιρό, και αυτό είναι η διζονική δικοινοτική Ομοσπονδία. Η Τουρκία έβαλε στην τσέπη αυτόν τον συμβιβασμό, τον αντιμετωπίζει ως δεδομένο και τώρα προσπαθεί να πιέσει για δύο κράτη».

«Παρόλο που ίσως δεν είναι αυτή η πραγματική διαπραγματευτική τους θέση, παρόλο που ξέρω κατ' ιδίαν ότι το υπουργείο Εξωτερικών λέει ότι δεν έχετε καμία ελπίδα», επεσήμανε και πρόσθεσε πως φυσικά η τελική λύση εξαρτάται από τα δύο μέρη, αλλά οι ΗΠΑ μπορούν να επηρεάσουν σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. «Νομίζω επίσης ότι πάντα προεξοφλούμε αυτό που παίρνει η Ελλάδα», ανέφερε ο κ. Ζεμενίδης. «Η Ελλάδα μπορεί να πάρει περισσότερα, αλλά πήγαινε στην Ουάσιγκτον και ρώτα πόσοι άνθρωποι στέκονται στην ουρά για να πάρουν F-35, που η Ελλάδα θα πάρει». Αυτό όπως επεσήμανε «δε σημαίνει ότι οι θέσεις της Ελλάδα είναι συναλλακτικές, αλλά η Ελλάδα έχει αποδείξει τη στρατηγική της αξία για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχει επίσης αποδείξει ότι πρόκειται να προσφέρει μια μεγάλη απόδοση της επένδυσης». Σημείωσε ακόμη πως για χρόνια ο διάλογος μεταξύ Ελλάδας- ΗΠΑ ήταν παραμελημένος.

«Μιλάμε για τα εννιά χρόνια των Δελφών, τι θα γινόταν αν ήταν 19; Αν πηγαίναμε σε δεξαμενές σκέψης εδώ και 20 χρόνια και τι αν το Κογκρέσο γνώριζε για την Αλεξανδρούπολη εδώ και καιρο;», αναρωτήθηκε. Η μετάβαση έγινε, όπως περιέγραψε έγινε σταδιακά με πολλούς παράγοντες να συμβάλλουν και μετά επιταχύνθηκε πολύ γρήγορα, ιδίως με το έργο που επιτέλες ο πρέσβης Τζέφρι Πάιατ και στη συνέχεια ο Τζορτζ Τσούνης. Το σημείο καμπής, σημείωσε ηταν η ψήφιση του East Med Act και έκτοτε επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες, ενώ αποκορύφωμα ήταν επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στην Ουάσιγκτον και η ομιλία του στο Κογκρέσο.

Daalder: Κεντρικός ο ρόλος των υποδομών που διαθέτει η Ελλάδα για τις ΗΠΑ

«Πάντα υπήρχε μια πολύ θετική άποψη για την Ελλάδα, αλλά και μια άποψη ότι δεν είναι πραγματικά ένας από τους κεντρικούς συμμάχους και μέλη στα οποία απευθυνόμαστε πρώτα και κύρια, όταν σκεφτόμαστε στην Ουάσιγκτον για τη Μεσόγειο, και αυτό αλλάζει σιγά-σιγά για διάφορους λόγους», ανέφερε ο πρέσβης Ivo Daalder, CEO στο Συµβούλιο στο Σικάγο για τις Παγκόσµιες Υποθέσεις (The Chicago Council on Global Affairs). Η Ελλάδα ενισχύει τις δικές της ικανότητες και βρίσκεται περισσότερο στο προσκήνιο, σημείωσε και εξήγησε πως παλιότερα λόγω της οικονομικής κρίση δεν αφιέρωνε κανείς πολύ χρόνο στο ΝΑΤΟ για να σκεφτεί πώς μπορεί η Ελλάδα να συμβάλει σε αποστολή. Αν και, όπως ανέφερε, στη μία αποστολή στην οποία συμμετείχε στη Λιβύη, η Ελλάδα διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στο θαλάσσιο τομέα. «Η οικονομική κατάσταση όχι μόνο άλλαξε αλλά και δημιούργησε μια ανθηρή οικονομία εδώ στην Ελλάδα και ένα βαθμό πολιτικής σταθερότητας», επεσήμανε και τόνισε η παρουσία της Ελλάδας στη διεθνή σκηνή είναι έντονη, συμμετέχη στην πρωτοβουλία των τριών θαλασσών, είναι πολύ ενεργή στην Ουκρανία, ιδιαίτερα λόγω των μακροχρόνιων δεσμών της με μέρη όπως η Μαριούπολη και η Οδησσός».

Είναι άλλωστε, όπως εξήγησε, ένα σημείο διέλευσης για πολλά πράγματα, καθώς η βοήθεια που έρχεται μέσω της Μεσογείου με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, μεταφέρεται πολύ γρήγορα στην Ουκρανία μέσω της Ελλάδας. Η Γάζα επίσης την καθιστά σημαντικό παράγοντα, σημείωσε και πρόσθεσε πως το κέντρο βάρους της αμερικανικής προσοχής έχει μετατοπιστεί σε αυτό το μέρος του κόσμου. «Οι δύο κρίσεις που προέκυψαν και μετατόπισαν τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για τον κόσμο, αλλάξαν επίσης το κέντρο βάρους με άλλους τρόπους, για παράδειγμα με την ένταξη της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ. Η ανάγκη των Ηνωμένων Πολιτειών να εμπλακούν στρατιωτικά και οικονομικά, με διάφορους τρόπους, δίνει κεντρικό ρόλο στην υποδομή που είναι διαθέσιμη στην Ελλάδα», ανέφερε. Τόνισε ακόμη πως δίνεται ακόμη νέα προσοχή στην Κύπρο, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, και ειλικρινά, λόγω του ρόλου που παίζει το νησί στην κατανόηση του τι συμβαίνει στην ανατολική Μεσόγειο και στον κεντρικό του ρόλο στη σχέση με το Ισραήλ, και τώρα στον ανθρωπιστικό διάδρομο με τη Γάζα.

Ερωτηθείς για τις σχέσεις με την Τουρκία, επεσήμανε ότι το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «είναι σύμμαχοι και με τους δύο, τους δίνει αφενός μια σπάνια διορατικότητα και επιρροή και αφετέρου έναν περιορισμό στο πόσα μπορούν να κάνουν». Και οι δύο χώρες, σημείωσε, «καλύπτουν πραγματικά στρατηγικά σημαντικές ανάγκες που έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, και οι ΗΠΑ δεν είναι πρόθυμες και είναι απίθανο να ανταλλάξουν ποτέ τη η μία εναντίον της άλλης προκειμένου να δημιουργήσουν ένα αποτέλεσμα εκτός και αν αυτό το αποτέλεσμα είναι αμοιβαία επωφελές και για τους δύο, το οποίο τελικά είναι αυτό που επιδιώκουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, και ειλικρινά είναι αυτό που η Τουρκία και η Ελλάδα επιδιώκουν».

«Ο λόγους που νομίζω ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν εμπλακεί τόσο πολύ στην προσπάθεια να λύσουν αυτές τις διαφορές, παρά μόνο αθόρυβα, αλλά σίγουρα όχι δημόσια, είναι η δυσκολία του να πρέπει να ασχοληθούν με τους δύο συμμάχους», επεσήμανε και πρόσθεσε:«Είναι διαφορετικά στην Κύπρο, είναι μια διαφορετική δυναμική σε σχέση με το Αιγαίο. Όλοι γνωρίζουν πού βρισκόμαστε σε αυτά τα ζητήματα, αλλά τελικά, αυτά θα επιλυθούνί μόνο από τις δύο χώρες μόνες τους. Η ειρήνη κάτι που χτίζεται και δύσκολα επιβάλλεται από ένα τρίτο μέρος».