Στην πολιτική, όπως και στη ζωή, οι λέξεις έχουν βάρος, όμως το μεγαλύτερο βάρος κουβαλούν οι πράξεις. Κι όταν κάποιος επιλέγει να μιλάει με τόνο καταγγελτικό, πολλές φορές το παρελθόν έρχεται με τρόπο αμείλικτο να υπενθυμίσει όσα προηγήθηκαν. Στην περίπτωση της Έφης Αχτσιόγλου, η οποία αυτές τις ημέρες εμφανίζεται ως αιχμηρή επικριτής και δημόσιος κατήγορος του νέου εργασιακού νομοσχεδίου της κυβέρνησης, ισχύει στο ακέραιο η φράση «κρείττον του λαλείν το σιγάν».
Η πρώην υπουργός Εργασίας του ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει το πλαίσιο που φέρνει η Νίκη Κεραμέως, περιγράφοντας με μελανά χρώματα τη νέα εργασιακή πραγματικότητα. «Εργαζόμενος θα ξεκινάει να δουλεύει στις 7 το πρωί και θα σχολάει στις 8 το βράδυ, 13 ώρες εργασία…», σημειώνει. «Εργαζόμενη θα δουλεύει 10ωρα χωρίς να πληρώνεται υπερωρίες…», προσθέτει. Μιλάει για σπασμένες άδειες, για συμβάσεις fast track και για ένα μέλλον στο οποίο «ποιος αξίζει να ζήσει;». Όμως, όσοι θυμούνται τη δική της υπουργική θητεία σπεύδουν να υπενθυμίσουν ότι πολλά απ’ όσα σήμερα καταγγέλλει, φέρουν τη δική της υπογραφή.
Η Έφη Αχτσιόγλου υπήρξε στενή συνεργάτιδα και διάδοχος του Γιώργου Κατρούγκαλου στο υπουργείο Εργασίας. Ο νόμος που φέρει το όνομά του αποτελεί μέχρι σήμερα μνημείο αγανάκτησης για τους συνταξιούχους. Περίπου 910.000 συνταξιούχοι βρέθηκαν εκτός αυξήσεων, με 140.000 να μη βλέπουν ούτε ένα ευρώ. Το παράδοξο: η πρώην υπουργός δεν βρήκε ποτέ την πολιτική τόλμη να αποδοκιμάσει ξεκάθαρα τις επιλογές εκείνης της περιόδου. Ακόμη και όταν ο ίδιος ο Κατρούγκαλος, λίγο πριν τις εκλογές, μίλησε για επιστροφή εισφορών 20% στους ελεύθερους επαγγελματίες, εκείνη απέφυγε να τοποθετηθεί ανοιχτά.
Αντίστοιχη είναι η στάση της και στο μείζον ζήτημα των ομαδικών απολύσεων. Ως υπουργός Εργασίας υπέγραψε την απόφαση που ανέθετε τον έλεγχό τους σε τριμερή επιτροπή του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας. Η επιτροπή αυτή, όμως, δεν είχε καμία δυνατότητα ουσιαστικής αποτροπής, αλλά περιοριζόταν απλώς να ελέγχει τη νομιμότητα των αποφάσεων, αν ήταν σύμφωνες με το γράμμα του νόμου. Η ίδια δηλαδή έβαλε την υπογραφή της κάτω από ένα πλαίσιο που άφηνε ουσιαστικά ανεξέλεγκτες τις εργοδοτικές πρακτικές.
Ταυτόχρονα, η περίοδος ΣΥΡΙΖΑ στο υπουργείο Εργασίας σημαδεύτηκε και από την αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Οι μισθολογικές αυξήσεις πάγωσαν, οι κλαδικές συμβάσεις περιορίστηκαν (τουλάχιστον αρχικά), ενώ η ελαστική εργασία πολλαπλασιάστηκε. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, που σήμερα ακούν την πρώην υπουργό να καταγγέλλει τα 13ωρα και τα σπαστά ωράρια, θυμούνται ότι επί των ημερών της η ευελιξία στην αγορά εργασίας έγινε ο κανόνας.
Όλα τα παραπάνω δεν θα είχαν ιδιαίτερη αξία αν η Έφη Αχτσιόγλου επέλεγε την πολιτική εντιμότητα: να αναγνωρίσει, να αποδοκιμάσει όσα θεσμοθέτησε η δική της κυβέρνηση και η ίδια ως υπουργός Εργασίας και στενή συνεργάτιδα του Γιώργου Κατρούγκαλου. Αντ’ αυτού, προτιμά τη σιωπή όταν το παρελθόν τη βαραίνει, και τον καταγγελτικό τόνο όταν πρόκειται για τους άλλους. Η ίδια επιχειρεί να εμφανιστεί ως εκφραστής μιας δήθεν «καθαρής αριστερής φωνής», ενταγμένης στην ευρωπαϊκή αριστερή ομάδα. Κι όμως, οι πράξεις της ως υπουργού παραπέμπουν σε επιλογές που κάθε άλλο παρά αριστερό πρόσημο έχουν. Από τις ομαδικές απολύσεις έως την αποδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων, το αποτύπωμά της στο υπουργείο Εργασίας ήταν βαθιά αντιφατικό.
Γι’ αυτό και σήμερα, όταν καταγγέλλει τα 13ωρα ή τις σπαστές άδειες, οι αντίπαλοί της βρίσκουν εύκολο στόχο: να της υπενθυμίσουν ότι κρείττον του λαλείν το σιγάν. Στην πολιτική, όπως σχολιάζουν έμπειροι παρατηρητές, απαιτούνται συγκεκριμένες πράξεις. Κι αν κάτι βαραίνει την Έφη Αχτσιόγλου στην τρέχουσα περίοδο, δεν είναι η ρητορική της κατά της κυβέρνησης, αλλά η αδυναμία της να αποδοκιμάσει ξεκάθαρα τις δικές της πράξεις ως υπουργού – αντίθετα, επιδιώκει να ωραιοποιήσει τη δική της θητεία στο υπουργείο Εργασίας. Κι όσο η Έφη Αχτσιόγλου αποφεύγει να κοιτάξει το παρελθόν της κατάματα, κάθε επίθεσή της στο σήμερα θα γυρίζει μπούμερανγκ. Γιατί σε μια κοινωνία που θυμάται, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι λέει η ίδια σήμερα, αλλά τι έκανε χθες.