Για τη Μαρία Καρυστιανού έχουν γραφτεί πολλά, θα γραφτούν κι άλλα.
Πολλά έχει πει κι έχει γράψει κι εκείνη. Εξαρχής ήταν πυκνή η παρουσία της στον δημόσιο λόγο και ο λόγος της ήταν πάντα πολιτικός. Ουδέποτε προσπάθησε να αποξηράνει τα λόγια της από την πολιτική διάστασή τους – ασχέτως αν ισχυριζόταν ότι δεν προτίθεται να εμπλακεί με την πολιτική.
Αυτή η απάντηση δινόταν προφανώς επειδή θεωρούσε ηλίθια την ερώτηση. Και ήταν ηλίθια. Διότι όταν ρωτάς έναν άνθρωπο που μιλά πολιτικά αν μιλά πολιτικά, όσο να ’ναι τον κοροϊδεύεις κατάμουτρα.
Από την ώρα λοιπόν που η καρδιά της Ελλάδας ράγισε στις ράγες των δύο τρένων και η κυρία Καρυστιανού έγινε η «Μαρία των Τεμπών» δεν υπήρξε στιγμή και λέξη της που δεν ήταν πολιτική. Μίλησε για διεφθαρμένους πολιτικούς, σάπιους θεσμούς, ανύπαρκτη Δικαιοσύνη, κρατικό έγκλημα, εγκληματίες υπουργούς, πρωθυπουργούς, ακατάλληλο Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Όλα αυτά έλεγε η Μαρία και για να τα στηρίξει τα διάνθισε με όλες τις αστήρικτες θεωρίες συνωμοσίας που ξερνούσαν τα πιο νοσηρά πνεύματα, αν όχι το δικό της. Οι Έλληνες υπό το κράτος του δανεικού καημού ταυτίστηκαν και πρόβαλαν δικά τους πένθη υπαρκτά ή εικαζόμενα. Μπήκαν στη θέση της μάνας που πονάει σκεπτόμενοι πώς θα ένιωθαν ή ίδιοι ή ενθυμούμενοι πώς βίωσαν τη δική τους απώλεια, όσοι είχαν αυτήν τη βαριά μοίρα.
Αυτό ονομάστηκε επανάσταση, καταγράφηκε ως κάτι πολύ μεγάλο σε όγκο, κυβίστηκαν οι πλατείες – λύπη εις τον κύβο. Κάπου εκεί βρήκαν όλα τα ψέματα εύφορο έδαφος να ριζώσουν, να ανθίσουν και να δώσουν μεγάλη σοδειά: ξυλόλια, χαμένα βαγόνια, πυρόσφαιρες, σιλικόνες, ΝΑΤΟ, χαμένοι νεκροί, μπαζωμένοι νεκροί, εκταφές, συμβάσεις, τηλεσυστήματα, εξεταστικές, πραγματογνωμοσύνες, πειράματα, ειδικοί, ανίδεοι, δηλητήρια, εκτράχυνση, διχασμός, μίσος, αλληλοσπαραγμός.
Συντελέστηκε το μεγαλύτερο έγκλημα της σύγχρονης Ελλάδας: η κοινωνία έκλινε το γόνυ στο πένθος, κλείνοντας ταυτοχρόνως μάτια και αυτιά στο προφανές. Ότι δηλαδή οι χώρες ούτε αλλάζουν ούτε διοικούνται από κάποιον που κρατάει μια ρομφαία, μια σημαία, μια μπαγκέτα, ένα σπαθί, μιλάει ως ο μόνος άφθαρτος κι αμόλυντος, επικοινωνεί με το επέκεινα.
Όχι, δεν ξεγέλασε κανέναν η Μαρία: ο καθένας από μας που αποφασίσαμε να μη μιλήσουμε και νομίζοντας ότι ακούμε θρήνο δεν καταλάβαμε ότι αυτό που ακούγεται είναι ο τροχασμός του αναχρονισμού και των εξαμβλωματικών αντιλήψεων δεν είναι άμοιρος ευθυνών.
Οι πολιτικοί που πάτησαν κυριολεκτικά επί πτωμάτων για να στεριώσουν και να αυξήσουν την εκλογική πελατεία τους βρίσκονται εν κινδύνω – την πάτησαν κατά το κοινώς λεγόμενο.
Οι πολίτες κάνουν θόρυβο, ζητούν τα δάκρυα πίσω, νιώθουν προδομένοι, ευάλωτα ανήλικα – εκτός από κάποιους που θα συνεχίσουν να ζουν στο ιψενικό ζωτικό τους ψεύδος, αλλά αυτό δεν αφορά την περίπτωση των Τεμπών.


