Το τι θα γίνει με την υπόθεση του Ηλία Κασιδιάρη θα το κρίνει η Δικαιοσύνη, με βάση το νομικό οπλοστάσιο που διαθέτει.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στον ΣΚΑΪ, ο Αλέξης Τσίπρας κάλεσε την κυβέρνηση να ξεκαθαρίσει τι θα γίνει με το κόμμα Κασιδιάρη και τις συζητήσεις για συμμετοχή στις επόμενες εθνικές εκλογές, χωρίς όμως να εξηγήσει τι εννοεί.
Ηδη έχει υπάρξει νομοθέτηση και, με τροπολογίες που κατατέθηκαν το 2023 -πριν από τις τότε εκλογές-, δόθηκε το πλαίσιο για να λάβει τις όποιες αποφάσεις ο μόνος αρμόδιος, δηλαδή η Δικαιοσύνη και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Αρειος Πάγος.
Ποιος είναι αρμόδιος
Οπότε, τι ακριβώς πρέπει να ξεκαθαρίσει η κυβέρνηση είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό, πολύ περισσότερο τη στιγμή κατά την οποία το προηγούμενο κόμμα του νυν προέδρου της ΕΛΑΣ στη συγκεκριμένη ψηφοφορία είχε ψηφίσει «παρών». Δηλαδή, είχε δηλώσει «παρών» στις τροπολογίες με τις οποίες ενισχύθηκε η νομοθεσία και κατέστη απαγορευτική η δυνατότητα να καλύπτεται η ηγεσία ενός κόμματος από μια τυπική διαδικασία.
Η δε αναφορά του προέδρου της ΕΛΑΣ στο ότι ο Ηλίας Κασιδιάρης, όπως και η ηγεσία της Χρυσής Αυγής, καταδικάστηκαν ως εγκληματική οργάνωση και όχι για τις ιδέες τους, καθώς και η έμφαση που έδωσε σε αυτό, καθιστούν προβληματική τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ επί των ημερών του. Το «παρών» που είχε ψηφίσει είχε συνοδευτεί και από δική του τροπολογία, μέσα από την οποία ζητούσε να προσδιοριστεί η αναφορά σε εγκληματική οργάνωση γύρω από τις ακροδεξιές και φασιστικές ιδεολογίες.
Η στάση απέναντι στη Χρυσή Αυγή
Οπως και να έχει, η Ιστορία έχει καταγράψει κάποια δεδομένα, ξεκινώντας, για παράδειγμα, από την ψηφοφορία για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.
Ο Σταύρος Δήμας, ως υποψήφιος, είχε δηλώσει πως δεν αποδέχεται τις ψήφους της Χρυσής Αυγής. Η Χρυσή Αυγή, όμως, συντάχθηκε με τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ, καταψηφίζοντας την εκλογή του, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η χώρα σε εθνικές εκλογές.
Το 2016, στην προσπάθεια να αλλάξει ο εκλογικός νόμος και να επιβληθεί η απλή αναλογική, με τον ΣΥΡΙΖΑ να βρίσκεται τότε πίσω στις δημοσκοπήσεις μετά την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην προεδρία της ΝΔ, μάθαμε ότι όλες οι ψήφοι είναι καλοδεχούμενες.
Στην πορεία, είδαμε βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και της Χρυσής Αυγής να πηγαίνουν σε νησιά μαζί με τον τότε υπουργό Εθνικής Αμυνας και συγκυβερνήτη Πάνο Καμμένο.
Το 2019, στις αλλαγές του Ποινικού Κώδικα, μειώθηκαν οι ποινές για καταδικασμένους επικεφαλής εγκληματικών οργανώσεων. Είναι ο γνωστός Ποινικός Κώδικας για τον οποίο η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, με πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα, κράτησε ανοιχτή τη Βουλή και προκήρυξε εκλογές, αφού υπερψήφισε τις αλλαγές.
Και ναι μεν, όπως αναφέρει ο Αλέξης Τσίπρας, οι αλλαγές έγιναν από νομικούς, εντούτοις η πολιτική ευθύνη για την κατάθεση και ψήφιση στη Βουλή των διατάξεων που δέχθηκαν σκληρή κριτική, ακόμη και από τον πρώην υπουργό Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ, Σταύρο Κοντονή, ανήκει στην εκάστοτε κυβέρνηση και όχι στους νομικούς.
Στην πορεία φτάσαμε και στο «παρών» του 2023, αλλά και στις σημερινές δηλώσεις.
Το τι θα γίνει με την υπόθεση του Ηλία Κασιδιάρη θα το κρίνει η Δικαιοσύνη, με βάση το νομικό οπλοστάσιο που διαθέτει. Απλά, η όποια επιχείρηση εργαλειοποίησης από τα κόμματα της αντιπολίτευσης ρίχνει νερό στον μύλο αυτών που επιδιώκουν τη δημιουργία εντυπώσεων.
Σε κάθε περίπτωση, η Ιστορία μάλλον έχει καταγράψει τη στάση όλων. Τα υπόλοιπα αποτελούν απλώς πολιτικά κομματικά πυροτεχνήματα.
* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»