Οστά τεσσάρων ανθρώπων εντοπίστηκαν αυτή την εβδομάδα σε τρεις από τις οκτώ ανασκαφές που πραγματοποιεί η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους (ΔΕΑ) στην Κύπρο.
Τα ευρήματα προέρχονται από τον Άγιο Γεώργιο Σπαθαρικού, το Καλό Χωριό Κυθρέας και τη Λάπηθο. Στις δύο πρώτες περιοχές βρέθηκαν οστά ενός ανθρώπου σε καθεμία, ενώ στη Λάπηθο εντοπίστηκαν οστά δύο ανθρώπων. Να σημειωθεί πως ταυτότητά τους δεν έχει ακόμη εξακριβωθεί.
Ο Ελληνοκύπριος εκπρόσωπος στη ΔΕΑ, Λεωνίδας Παντελίδης, παρουσίασε τα στοιχεία κατά τη συνεδρία του 100μελούς Συμβουλευτικού Σώματος της Παγκύπριας Οργάνωσης Συγγενών Αγνοουμένων. Όπως ανέφερε, οι οκτώ ανασκαφές βρίσκονται στην Άσσια, στη Λάπηθο, στο Έξω Μετόχι, στο Νέο Χωριό Κυθρέας, στα Λιβάδεια Αμμοχώστου, στον Γερόλακκο, στον Άγιο Γεώργιο Σπαθαρικού και σε στρατιωτική περιοχή του Καραβά. Για τις έρευνες σε στρατιωτικές περιοχές είπε ότι, έπειτα από πιέσεις, υπήρξε χαλάρωση του περιορισμού που αφορούσε την έκταση των 25 μέτρων. Το ζήτημα είχε τεθεί και στον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο, στα τέλη του περασμένου Ιουλίου.
Σύμφωνα με τον κ. Παντελίδη, ο επίσημος κατάλογος περιλαμβάνει 2.002 αγνοουμένους, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Διευκρίνισε ότι ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων στον κατάλογο είναι κατά 126 μικρότερος από τους 1.619 που συχνά αναφέρονται. Αυτή η διαφορά, εξήγησε, προκαλεί σύγχυση όταν συγκρίνονται οι αριθμοί των ταυτοποιημένων με εκείνους των ανθρώπων των οποίων τα λείψανα δεν έχουν εντοπιστεί.
Από τον επίσημο κατάλογο έχουν ταυτοποιηθεί 1.082 άνθρωποι: 765 Ελληνοκύπριοι και 317 Τουρκοκύπριοι. Παραμένουν αγνοούμενοι 920 άνθρωποι, εκ των οποίων 745 Ελληνοκύπριοι και 175 Τουρκοκύπριοι. Μέσα στο 2026 έχουν γίνει μέχρι στιγμής 20 ταυτοποιήσεις, έναντι 12 ολόκληρο το 2025. «Υπάρχουν όμως ακόμα μεγάλες υποθέσεις ομαδικών τάφων που δεν έχουν εντοπιστεί. Ελπίζουμε ότι κοντεύουμε σε κάθε προσπάθεια», δήλωσε. Πρόσθεσε ότι η ΔΕΑ ζητά τα αρχεία του υγειονομικού του τουρκικού στρατού που πραγματοποίησε συλλογικές ταφές το 1974 και όχι τα επιχειρησιακά αρχεία του στρατού.
Εργαστήριο, οστεοφυλάκιο και νέες γενετικές εξετάσεις
Ο Επίτροπος Προεδρίας Μάριος Χαρτσιώτης χαρακτήρισε τη διακρίβωση της τύχης των αγνοουμένων ύψιστη ανθρωπιστική και εθνική υποχρέωση της Πολιτείας. «Μια υποχρέωση που δεν παραγράφεται με το πέρασμα του χρόνου», τόνισε. Όπως είπε, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας επιδιώκει να ενταθούν οι προσπάθειες σε τοπικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. «Ο Πρόεδρος θέτει συστηματικά το θέμα ενώπιον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των Ηνωμένων Εθνών και ξένων ηγετών, διεκδικώντας ουσιαστική συνεργασία από την Τουρκία, άρση των εμποδίων στις έρευνες και στις εκταφές και πρόσβαση σε στοιχεία και αρχεία του τουρκικού στρατού».
Ο σχεδιασμός του γραφείου του, σύμφωνα με τον ίδιο, στηρίζεται σε τρεις άξονες: κατάλληλες υποδομές, σταθερή ενημέρωση των συγγενών και συγκεκριμένη δουλειά στο πεδίο. Το Υπουργικό Συμβούλιο έχει εγκρίνει κτήριο για τη δημιουργία μόνιμου Ανθρωπολογικού Εργαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προχωρά επίσης ο σχεδιασμός οστεοφυλακίου, όπου θα φυλάσσονται με αξιοπρέπεια οστά ταυτοποιημένων και μη ταυτοποιημένων αγνοουμένων και πεσόντων.
Στον ίδιο χώρο προβλέπονται σημείο συγκέντρωσης και επίσκεψης για τους συγγενείς, καθώς και μικρή εκκλησία, ώστε να μπορούν να τιμούν τους ανθρώπους τους. Παράλληλα, ετοιμάζεται επίσημο μητρώο των παιδιών των αγνοουμένων. Ο κ. Χαρτσιώτης ανέφερε ότι συναντά κάθε μήνα την Παγκύπρια Οργάνωση Συγγενών Αδηλώτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων και την Πανελλήνια Επιτροπή Αγνοουμένων, ενώ οι συγγενείς μπορούν να έχουν πρόσβαση στους φακέλους των δικών τους ανθρώπων.
Ιδιαίτερη προσπάθεια καταβάλλεται για δύσκολες υποθέσεις, όπως εκείνη των αγνοουμένων της Άσσιας. Στόχος είναι να αναδειχθεί περαιτέρω το ζήτημα και στην Ευρώπη, ώστε να αυξηθεί η πίεση για απαντήσεις. Ο Επίτροπος ανακοίνωσε ακόμη ότι θα γίνονται ετήσιες δημόσιες παρουσιάσεις των ενεργειών για τους αγνοουμένους. Η πρώτη θα καλύπτει το διάστημα από την 1η Ιανουαρίου έως την 31η Δεκεμβρίου 2026.
Τον περασμένο Απρίλιο εγκρίθηκε επίσης κονδύλι ενός εκατομμυρίου ευρώ για εξειδικευμένες γενετικές εξετάσεις σε οστά Ελλαδιτών πεσόντων και αγνοουμένων του 1974. Πρόκειται για οστά που είχαν εμποτιστεί παλαιότερα με χημικές ουσίες και δεν μπορούσαν να ταυτοποιηθούν με τις συμβατικές μεθόδους. Οι εξετάσεις άρχισαν τον Ιούνιο του 2026 στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, με τη μέθοδο της Μαζικής Παράλληλης Αλληλούχησης. Στο Ινστιτούτο έχει παραδοθεί και η πέμπτη φάση εξέτασης μικρών σκελετικών δειγμάτων Κυπρίων και Ελλαδιτών από το Στρατιωτικό Κοιμητήριο Λακατάμιας, με την προσδοκία νέων ταυτοποιήσεων.
«Χρειαζόμαστε πληροφορίες. Χρειαζόμαστε πρόσβαση σε αρχεία και στοιχεία. Χρειαζόμαστε ουσιαστική συνεργασία από την Τουρκία και την κατοχική δύναμη. Κάθε πληροφορία που αποκρύπτεται μπορεί να είναι εκείνη η πληροφορία που στερεί από μια οικογένεια την απάντηση που περιμένει εδώ και 52 χρόνια. Όσο όμως αυξάνονται οι δυσκολίες και τα προσκόμματα, τόσο περισσότερο γιγαντώνεται η δική μας θέληση να συνεχίσουμε», δήλωσε ο κ. Χαρτσιώτης. Επανέλαβε ότι κάθε συγγενής μπορεί να απευθυνθεί στο γραφείο του για να δει τον σχετικό φάκελο.
«Η πάροδος του χρόνου δεν μπορεί να αποτελέσει άλλοθι»
Ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Προσφύγων, Εγκλωβισμένων, Αγνοουμένων και Παθόντων, Νίκος Κέττηρος, υπογράμμισε ότι η αναζήτηση πρέπει να συνεχιστεί μέχρι να διακριβωθεί η τύχη και του τελευταίου αγνοουμένου. Η Επιτροπή, είπε, παρακολουθεί τις έρευνες και τις ταυτοποιήσεις, ζητώντας να αξιοποιείται κάθε διαθέσιμη επιστημονική και τεχνολογική δυνατότητα.
Στις προτεραιότητές της περιλαμβάνονται το μόνιμο ανθρωπολογικό εργαστήριο, το μητρώο των παιδιών των αγνοουμένων και η ουσιαστική στήριξη γονέων και συζύγων πεσόντων και αγνοουμένων. «Παράλληλα, οφείλουμε να είμαστε ξεκάθαροι: η πάροδος του χρόνου δεν μπορεί να αποτελέσει άλλοθι για αδράνεια. Αντίθετα, καθιστά την ανάγκη για αποτελέσματα ακόμη πιο επείγουσα. Οι άνθρωποι που μπορούν να δώσουν πληροφορίες λιγοστεύουν. Οι συγγενείς πρώτης γενιάς φεύγουν χωρίς να έχουν πάρει τις απαντήσεις που περίμεναν μια ολόκληρη ζωή. Γι’ αυτό και κάθε πληροφορία, κάθε μαρτυρία, κάθε αρχείο που μπορεί να συμβάλει στη διακρίβωση της τύχης ενός αγνοουμένου πρέπει να αξιοποιείται χωρίς άλλη καθυστέρηση».
Ο κ. Κέττηρος κάλεσε την Τουρκία να δώσει τις πληροφορίες που διαθέτει και να επιτρέψει την πρόσβαση σε αρχεία και χώρους που μπορούν να βοηθήσουν τις έρευνες. Ανέφερε ακόμη ότι η νέα σύνθεση της Επιτροπής θα επισκεφθεί σύντομα το ανθρωπολογικό εργαστήριο της ΔΕΑ, ενώ επισήμανε την ανάγκη να ολοκληρωθεί και το μητρώο συγγενών αγνοουμένων.
Ο πρόεδρος της Παγκύπριας Οργάνωσης Συγγενών Αγνοουμένων, Νίκος Σεργίδης, υποστήριξε ότι τα ευρήματα των εκταφών αποτυπώνουν τη μεταχείριση των αιχμαλώτων από την τουρκική πλευρά. Δήλωσε ότι σε ένα θέμα ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας δεν χωρούν παραχωρήσεις. «Ναι, αποτύχαμε να γίνει ουσιαστική και αποτελεσματική έρευνα, όπως προνοεί το διεθνές δίκαιο, αλλά ως Οργάνωση δικαιούμαστε να είμαστε υπερήφανοι πως με τη στάση μας καταφέραμε να υπάρχει, 52 χρόνια μετά, θέμα αγνοουμένων της Κύπρου και να απασχολεί τη διεθνή κοινότητα».
Αναγνώρισε τη δουλειά και τις δυσκολίες της ΔΕΑ, διαφώνησε όμως με την παρουσίαση των αποτελεσμάτων της ως «θαυμάτων». «Αυτή η υπερεκτίμηση του έργου της ΔΕΑ φοβούμαστε πως θα επηρεάσει αρνητικά τις όποιες προσπαθείς για βελτίωση του έργου της και θα δώσει δικαιολογίες σε εκείνους που μέχρι σήμερα αρνούνται να συνεργαστούν πραγματικά για λύση του θέματος». Ο κ. Σεργίδης ισχυρίστηκε επίσης ότι η Τουρκία επιχειρεί τα τελευταία τρία χρόνια να κλείσει το ζήτημα επικαλούμενη την εξάντληση των περιθωρίων διερεύνησης. Υπενθύμισε την κοινή παρέμβαση οργανώσεων Κύπρου και Ελλάδας στο Στρασβούργο, κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη συμμόρφωση της Τουρκίας με αποφάσεις του ΕΔΑΔ, και αναφέρθηκε στα αιτήματα στήριξης των οικογενειών.
Η πρόεδρος της Πανελλήνιας Επιτροπής Γονέων και Συγγενών Αδήλωτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων κατά την κυπριακή τραγωδία, Μαρία Καλμπουρτζή, στάθηκε στις κοινές παρεμβάσεις προς την πολιτική ηγεσία Ελλάδας και Κύπρου και στους διεθνείς οργανισμούς. Όπως είπε, ο συντονισμός Αθήνας και Λευκωσίας «είναι το ισχυρότερο όπλο μας». Αναφερόμενη στους γονείς που φεύγουν από τη ζωή χωρίς απάντηση, πρόσθεσε: «εμείς η επόμενη γενιά στεκόμαστε όρθιοι. Δεν ζητάμε εκδίκηση. Ζητάμε το αυτονόητο το αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ανθρώπου: την αλήθεια». Ζήτησε να εξακριβωθεί η τύχη κάθε αγνοουμένου, ώστε οι οικογένειες να μπορέσουν να τιμήσουν τους δικούς τους ανθρώπους.
Πρόταση για εμπιστευτική ανταλλαγή πληροφοριών υπό τον ΟΗΕ
Ο πρόεδρος της Οργάνωσης Συγγενών Κυπρίων Αγνοουμένων του Ηνωμένου Βασιλείου, Νεοκλής Νεοκλέους, κατέθεσε πρόταση για μια «ανθρωπιστική συνεργασία που πιστεύουμε ότι μπορεί να αλλάξει την υπάρχουσα κατάσταση». Περιέγραψε έναν ασφαλή μηχανισμό, υπό την εποπτεία του ΟΗΕ, μέσω του οποίου η Τουρκία θα μπορεί να διαβιβάζει στη ΔΕΑ πληροφορίες για πιθανούς χώρους ταφής, όπως συντεταγμένες, χάρτες και περιγραφές εδάφους.
Σύμφωνα με την πρότασή του, τα ευαίσθητα έγγραφα θα παραμένουν στην Τουρκία και θα κοινοποιούνται μόνο στοιχεία τοποθεσίας, με αυστηρή εμπιστευτικότητα και χωρίς απόδοση ευθυνών ή νομικό κίνδυνο στο πλαίσιο του μηχανισμού. Τη διαδικασία θα χειρίζεται ομάδα με μέλη της ΔΕΑ, αξιωματούχο του ΟΗΕ και εκπρόσωπο των τουρκικών αρχείων. Οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις θα περνούν μέσω εκπροσώπου της ΔΕΑ. «Η όλη διαδικασία μπορεί να εφαρμοστεί δοκιμαστικά και να ανανεώνεται ανάλογα με την επιτυχία εφαρμογής», είπε.
Τέλος, ο πρόεδρος της Επιτροπής Συγγενών Αγνοουμένων της περιόδου 1963-1964, Χάρης Συμεωνίδης, απευθύνθηκε στους συγγενείς λέγοντας: «σας θαυμάζω για το σθένος σας και σας καλώ να μην κουραστείτε ποτέ, να μην απελπιστείτε ποτέ. Δεν ξεχνούμε και τη διαχρονική θέση της πλευράς μας ότι δεν θα υπάρξει λύση του Κυπριακού εάν δεν διακριβωθεί η τύχη και του τελευταίου αγνοούμενου. Ευελπιστούμε ότι η θέση αυτή δεν θα εγκαταλειφθεί ποτέ». Χαιρέτισε ακόμη την απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας να θέσει το θέμα των αγνοουμένων ως μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης