Δεκαπενταύγουστος στην άδεια Αθήνα είναι για μερικούς όνειρο, για άλλους είναι μαρτύριο.

Όνειρο είναι γιατί απλώνεται αίφνης μια σιγαλιά που σπάει μόνο από την εξάτμιση μιας μηχανής, το κρώξιμο μερικών παπαγάλων και το γουργουρητό των περιστεριών στις κουπαστές των μπαλκονιών, τις τροχήλατες βαλίτσες περιφερόμενων τουριστών που ψάχνουν το Airbnb τους-πρώην πλυσταριό ή έναν ίσκιο να ξαποστάσουν, τα τακούνια στην άσφαλτο, τον χτύπο της ξεχασμένης τέντας στην οργή του μελτεμιού.

Μαρτύριο είναι γιατί όλα κλείνουν, στα κατεβασμένα ρολά διαβάζεις συνήθως ανορθόγραφα γραμμένο «το κατάστημα θα ξεκουραστεί για λίγες ημέρες» – αν δεν είσαι προνοητικός πρέπει να αλλάξεις γειτονιές για να βρεις παγωτό, τσιγάρα, κρεμμύδι, λίγο κοτόπουλο ή πεπόνι για το βράδυ που θα έχει περισσότερη ησυχία και πλέον θα ακούς μέχρι και την ανάπλαση των κυττάρων σου.

Δεν ταιριάζουν πολύ αυτές οι ήσυχες μέρες του Αυγούστου στα κέντρα των πόλεων, αλλά είναι μια ευκαιρία για την Αθήνα, της γης τη διαμαντόπετρα, να πάρει μια καλή ανάσα από τη συσσωρευμένη βρομιά που ξεχειλίζει από τους ρυπαρούς κάδους – ίσως αν έπιανε κι ένα καλοκαιρινό μπουρίνι να καθάριζαν λίγο και τα κράσπεδα που σου κόβουν την αναπνοή με την αποφορά τους.

Οι εκδρομείς του Αυγούστου θα επιστρέψουν από τα «μπάνια» τους, οι πιο μερακλήδες από τα πανηγύρια, αυτοί μπορεί να μην επιστρέψουν όλοι, καθότι μετά την κατανάλωση αλκοόλ το αυτοκίνητο «ξέρει τον δρόμο και πάει μόνο του» μεν, αλλά καμιά φορά πάει και στον γκρεμό. Εμείς θα γράφουμε εδώ πάλι για την επιστροφή των μυρίων στο «κλεινόν άστυ», τη «θυσία στον Μολώχ της ασφάλτου» και θα διακόπτουμε τη ροή για το δάσος που φούντωσε από εγκληματική αμέλεια ενός που έκανε θερμές εργασίες ενώ ήξερε ότι απαγορεύεται να ρίξει έστω και μια φλογερή ματιά.

Στα social media θα κρατήσει λίγο ακόμη η διαμάχη για το πόσο σωστό ή λάθος είναι να λέμε σήμερα «Καλή Παναγιά» – ας μας κάνει η Θεομήτωρ τη χάρη να απαντήσει, γιατί μας έχω ικανούς για νέο εμφύλιο, Θεέ μου, συχώρα με.