Η πράσινη μετάβαση της Ευρώπης μεταφέρει τις εξαρτήσεις της Γηραιάς Ηπείρου σε chips, κρίσιμα μέταλλα και υποδομές που ελέγχονται από περιορισμένο αριθμό χωρών, προβληματίζοντας την αυτοκινητοβιομηχανία.

Η ευρωπαϊκή μετάβαση προς την ηλεκτροκίνηση έχει μια λιγότερο ορατή οικονομική διάσταση: μαζί με την αλλαγή της τεχνολογίας του αυτοκινήτου αλλάζει και ο χάρτης των στρατηγικών εξαρτήσεων της Ευρώπης, καθώς η ανάγκη για ημιαγωγούς, χαλκό, πυρίτιο, σπάνιες γαίες και εξειδικευμένα εξαρτήματα αυξάνεται, ενώ η παραγωγή και επεξεργασία τους παραμένει συγκεντρωμένη σε περιορισμένο αριθμό χωρών και βιομηχανικών κόμβων.

Η μελέτη της ACEA και της EY ανοίγει έτσι μια ευρύτερη συζήτηση για την ευρωπαϊκή οικονομία. Η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση δεν είναι απλώς αλλαγή κινητήρα ή καυσίμου· μεταφέρει το βάρος της βιομηχανικής ισχύος σε πρώτες ύλες, ημιαγωγούς, επεξεργασία, τεχνογνωσία και εφοδιαστικές αλυσίδες που βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό εκτός Ευρώπης. Και όσο το αυτοκίνητο γίνεται περισσότερο ηλεκτρικό, ψηφιακό και συνδεδεμένο, τόσο η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας συνδέεται με την ικανότητά της να γνωρίζει πού βρίσκονται οι κρίσιμοι κρίκοι της αλυσίδας, ποιος τους ελέγχει και πόσο γρήγορα μπορεί να δημιουργήσει εναλλακτικές.

Από την ενεργειακή στην τεχνολογική εξάρτηση

Η ευρωπαϊκή συζήτηση για την ενεργειακή μετάβαση συχνά επικεντρώνεται στην απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Η μελέτη της ACEA και της EY προσθέτει μια διαφορετική διάσταση: η μετάβαση προς την ηλεκτροκίνηση μεταβάλλει το είδος των εξαρτήσεων που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή βιομηχανία.

Η Ευρώπη δεν παύει να χρειάζεται τον υπόλοιπο κόσμο. Αντίθετα, σε ορισμένα κρίσιμα σημεία της νέας βιομηχανικής αλυσίδας αποκτά εξάρτηση από πιο συγκεντρωμένες και δύσκολα αναπαραγόμενες παραγωγικές δυνατότητες.

Η ηλεκτροκίνηση φέρνει νέους στρατηγικούς ανταγωνιστές

Η αλλαγή είναι σημαντική επειδή τα κρίσιμα inputs του ηλεκτρικού και ψηφιακού αυτοκινήτου δεν χρησιμοποιούνται μόνο από την αυτοκινητοβιομηχανία.

Η ACEA–EY επισημαίνει ότι τα EV-critical materials αντιμετωπίζουν αυξανόμενο ανταγωνισμό από την τεχνητή νοημοσύνη, τα data centres, τα ηλεκτρονικά, την άμυνα, τις ανανεώσιμες πηγές και άλλες βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας. Ο δείκτης ανταγωνισμού μεταξύ κλάδων για τα συγκεκριμένα υλικά φτάνει το 4,7/5, ενώ η μελέτη εκτιμά ότι η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση αυξάνει περίπου κατά 15% την έκθεση της αυτοκινητοβιομηχανίας σε αυτό το είδος κινδύνου.

Αυτό σημαίνει ότι η βιομηχανική πολιτική δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει το αυτοκίνητο ως έναν απομονωμένο κλάδο.

Το αυτοκίνητο ανταγωνίζεται για τους ίδιους πόρους με την ψηφιακή οικονομία, την άμυνα και τις νέες ενεργειακές τεχνολογίες.

Η νέα εξάρτηση βρίσκεται στο «ενδιάμεσο»

Ίσως το σημαντικότερο εύρημα της μελέτης βρίσκεται αλλού.

Το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι μόνο εάν διαθέτει πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Είναι εάν διαθέτει την ικανότητα να τις μετατρέψει σε βιομηχανικά χρήσιμα προϊόντα.

Για έξι από τα δέκα inputs που εξετάζει η μελέτη, το στάδιο της διύλισης και επεξεργασίας εμφανίζεται ως το υψηλότερου κινδύνου σημείο της αλυσίδας.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής: η δημιουργία μιας νέας μονάδας εξόρυξης ή επεξεργασίας δεν είναι υπόθεση μηνών. Απαιτούνται επενδύσεις, αδειοδοτήσεις, τεχνογνωσία, εξειδικευμένο προσωπικό, πιστοποιήσεις και αρκετός χρόνος μέχρι η νέα παραγωγική δυνατότητα να μπορεί να εξυπηρετήσει την αυτοκινητοβιομηχανία.

Η Ευρώπη δεν ανταγωνίζεται μόνο την Κίνα

Η γεωπολιτική διάσταση είναι αναπόφευκτη.

Η μελέτη καταγράφει ισχυρή συγκέντρωση της επεξεργασίας σπάνιων γαιών και της παραγωγής μαγνητών στην Κίνα, ενώ η προηγμένη παραγωγή ημιαγωγών είναι σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένη στην Ανατολική Ασία. Παράλληλα, σημαντικές αλυσίδες κρίσιμων ορυκτών συνδέονται με περιοχές της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής.

Το ζήτημα επομένως δεν είναι μια απλή εμπορική σχέση Ευρώπης–Κίνας.

Είναι η ικανότητα της Ευρώπης να διαχειριστεί ένα παγκόσμιο παραγωγικό σύστημα στο οποίο κρίσιμα στάδια βρίσκονται σε διαφορετικές χώρες και η διακοπή ενός μόνο κρίκου μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα πολύ μακριά από το σημείο όπου προέκυψε.

Όταν η γεωπολιτική γίνεται κόστος παραγωγής

Η ACEA–EY δείχνει επίσης ότι οι γεωπολιτικές αποφάσεις μπορούν να μετατραπούν γρήγορα σε οικονομικό κόστος.

Εξαγωγικοί περιορισμοί, άδειες εξαγωγής, εμπορικοί περιορισμοί, περιφερειακές συγκρούσεις και προβλήματα στις μεταφορές μπορούν να επηρεάσουν την πρόσβαση σε κρίσιμα inputs πολύ ταχύτερα από όσο μπορούν να προσαρμοστούν οι βιομηχανικές αλυσίδες.

Το παράδειγμα του γαλλίου είναι χαρακτηριστικό: η μελέτη καταγράφει άνοδο της τιμής από περίπου 197 δολάρια ανά κιλό το 2016 σε περίπου 2.269 δολάρια το 2026. Η μεταβολή αυτή αποτελεί ένδειξη της πίεσης που μπορεί να δημιουργήσει η συγκεντρωμένη προσφορά όταν συναντά αυξανόμενη ζήτηση από πολλούς κλάδους.

Η πλήρης αυτάρκεια δεν είναι η λύση

Η μελέτη αποφεύγει μια εύκολη απάντηση: την πλήρη ευρωπαϊκή αυτάρκεια.

Το ζητούμενο, σύμφωνα με την ACEA–EY, είναι η διαχείριση της εξάρτησης. Η Ευρώπη θα εξακολουθήσει να συμμετέχει σε παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού, αλλά μπορεί να περιορίσει την έκθεσή της διαφοροποιώντας χώρες και προμηθευτές, δημιουργώντας εναλλακτικές οδούς εφοδιασμού και επενδύοντας επιλεκτικά στα πιο κρίσιμα σημεία της αλυσίδας.

Η λογική αυτή είναι διαφορετική από την προσπάθεια να παραχθούν τα πάντα εντός ευρωπαϊκών συνόρων.

Η μελέτη προτείνει να δοθεί βάρος κυρίως σε εκείνα τα σημεία όπου μια διακοπή θα είχε μεγάλη επίπτωση και όπου η δημιουργία εναλλακτικής παραγωγής είναι δύσκολη και χρονοβόρα.

Η βιομηχανική πολιτική περνά στην εφοδιαστική αλυσίδα

Αυτό αλλάζει και το περιεχόμενο της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής.

Δεν αρκεί πλέον η στήριξη ενός εργοστασίου αυτοκινήτων. Χρειάζεται να εξετάζεται ολόκληρο το οικοσύστημα: πρώτες ύλες, διύλιση και επεξεργασία, εξειδικευμένα εξαρτήματα, ημιαγωγοί, υποδομές, logistics, ανθρώπινο δυναμικό και δυνατότητα γρήγορης πιστοποίησης νέων προμηθευτών.

Η ACEA–EY προτείνει, μεταξύ άλλων, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και qualification, επενδύσεις στα κρίσιμα bottlenecks, διαφοροποίηση προμηθευτών και στρατηγικές συνεργασίες.

Η ηλεκτροκίνηση γίνεται ζήτημα οικονομικής ασφάλειας

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ενεργειακή και τεχνολογική μετάβαση δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο με όρους εκπομπών ή τεχνολογίας οχημάτων.

Για την Ευρώπη είναι ταυτόχρονα ζήτημα βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας, ασφάλειας εφοδιασμού, επενδύσεων και γεωπολιτικής ανθεκτικότητας.

Η ηλεκτροκίνηση μπορεί να αλλάζει το αυτοκίνητο, αλλά πίσω από το αυτοκίνητο βρίσκεται μια πολύ μεγαλύτερη αλλαγή: η Ευρώπη πρέπει να διασφαλίσει ότι η νέα βιομηχανική της βάση δεν θα εξαρτάται υπερβολικά από λίγες χώρες, λίγους προμηθευτές και λίγα κρίσιμα σημεία της παγκόσμιας αλυσίδας.

Γιατί το πραγματικό στοίχημα της μετάβασης δεν είναι μόνο ποια τεχνολογία θα κινεί το αυτοκίνητο, αλλά και ποιος θα ελέγχει τα κρίσιμα κομμάτια που απαιτούνται για να κατασκευαστεί.