Η χθεσινή παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη έβγαλε και μια είδηση με αμιγώς δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Ο πρωθυπουργός έχει σηκώσει προσωπικά το τηλέφωνο για την ελληνική υπηρεσία της Deutsche Welle και στην Αθήνα θεωρούν ότι η υπόθεση παραμένει ανοιχτή.

Μπορεί η απόφαση για την κατάργηση της ελληνικής υπηρεσίας της Deutsche Welle να έχει ήδη ανακοινωθεί, στην Αθήνα όμως φαίνεται πως κανείς δεν θεωρεί ότι η υπόθεση έχει κλείσει οριστικά.

Και ο λόγος βρίσκεται αρκετά ψηλά.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αναλάβει προσωπικά το ζήτημα, έχοντας θέσει δύο φορές το θέμα στον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς. Όπως αποκάλυψε ο ίδιος στο περιθώριο του κεράσματος των διαπιστευμένων δημοσιογράφων στη ΔΕΘ, «του το έχω ζητήσει δύο φορές», δείχνοντας ότι η προσπάθεια διάσωσης της ελληνικής DW έχει πλέον φύγει από το επίπεδο των υπηρεσιακών επαφών και έχει περάσει στην απευθείας επικοινωνία των δύο ηγετών.

Η απάντηση του Μερτς, σύμφωνα με όσα μεταφέρει το δημοσίευμα, ήταν ότι θα εξετάσει το ζήτημα. Στο Μέγαρο Μαξίμου αυτή η διατύπωση προφανώς δεν εκλαμβάνεται ως υπόσχεση, αφήνει όμως χώρο για συνέχιση της πίεσης.

Το χαρτί του κόστους

Εκεί όπου φαίνεται να ποντάρει περισσότερο η ελληνική πλευρά είναι στο οικονομικό σκέλος της υπόθεσης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξος επειδή, όπως εξήγησε, το κόστος της ελληνικής υπηρεσίας δεν είναι μεγάλο. Με άλλα λόγια, στην Αθήνα θεωρούν ότι το Βερολίνο μπορεί να ξαναβάλει κάτω τους αριθμούς και να διαπιστώσει ότι η εξοικονόμηση δεν δικαιολογεί το πολιτικό και συμβολικό κόστος της κατάργησης μιας υπηρεσίας με ιστορία άνω των έξι δεκαετιών.

Η απόφαση της διοίκησης της Deutsche Welle ανακοινώθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2026 και προβλέπει τη διακοπή του Ελληνικού Προγράμματος από την 1η Ιανουαρίου 2027.

Το στοιχείο που έχει προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη συζήτηση είναι ότι η ελληνική υπηρεσία αποτελεί τη μοναδική από τις 32 γλωσσικές υπηρεσίες της DW που προβλέπεται να καταργηθεί ολόκληρη.

Και αυτό, όπως λένε όσοι παρακολουθούν την υπόθεση, κάνει δυσκολότερο για τη γερμανική πλευρά να παρουσιάσει την απόφαση αποκλειστικά ως μια τεχνική αναδιάρθρωση.

Η ΕΣΗΕΑ ανεβάζει στροφές

Στο παρασκήνιο κινείται εδώ και μήνες και η ΕΣΗΕΑ, η οποία έχει βάλει όλες τις μηχανές μπροστά για να διατηρηθεί η ελληνική υπηρεσία.

Η πρόεδρος της Ένωσης, Μαρία Αντωνιάδου, έχει αναλάβει μεγάλο μέρος της διεθνοποίησης του θέματος, αξιοποιώντας τις επαφές της με ευρωπαϊκές και διεθνείς δημοσιογραφικές οργανώσεις.

Η ΕΣΗΕΑ έχει ήδη αποστείλει επιστολές σε γερμανικούς και ευρωπαϊκούς φορείς, ενώ είχε απευθυνθεί από τον Μάρτιο και προς την ελληνική κυβέρνηση, ζητώντας πολιτική παρέμβαση.

Το αίτημα, όπως αποδεικνύεται πλέον, έφτασε μέχρι τον ίδιο τον πρωθυπουργό και από εκεί απευθείας στον Γερμανό καγκελάριο.

Στο Παγκόσμιο Συνέδριο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων στο Παρίσι εγκρίθηκε επίσης διακήρυξη κατά των περικοπών στην Deutsche Welle και της σχεδιαζόμενης κατάργησης του Ελληνικού Προγράμματος, κάτι που έδωσε στην υπόθεση μεγαλύτερη διεθνή ορατότητα.

Μπαίνουν στο παιχνίδι και οι περιφερειάρχες

Η κινητοποίηση, πάντως, φαίνεται ότι αποκτά και νέο θεσμικό σκέλος.

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, οι περιφερειάρχες ετοιμάζονται να μπουν και αυτοί στη μάχη, αποστέλλοντας δική τους επιστολή προς τη γερμανική πλευρά.

Το μήνυμα που επιχειρείται να σταλεί προς το Βερολίνο είναι σαφές. Η ελληνική DW έχει ιστορικό φορτίο που υπερβαίνει τη λειτουργία ενός ακόμη ξενόγλωσσου προγράμματος, καθώς για πολλές γενιές Ελλήνων συνδέθηκε με την ελεύθερη ενημέρωση στα χρόνια της δικτατορίας και στη συνέχεια με την ίδια την πορεία των ελληνογερμανικών σχέσεων.

Στην υπόθεση έχουν ήδη μπει άνθρωποι του πολιτισμού, πανεπιστημιακοί, αθλητές και προσωπικότητες από την Ελλάδα και τη Γερμανία, ενώ συνεχίζεται η συλλογή υπογραφών για την ανατροπή της απόφασης.

Το ενδιαφέρον βρίσκεται πλέον στο Βερολίνο και κυρίως στο αν το «θα το εξετάσω» του Μερτς θα αποκτήσει τελικά περισσότερο περιεχόμενο. Ο Μητσοτάκης έχει κάνει ήδη δύο προσωπικές παρεμβάσεις και, όπως φαίνεται, στην Αθήνα έχουν αποφασίσει ότι μέχρι να φτάσει η 1η Ιανουαρίου 2027, η υπόθεση θα παραμείνει ανοιχτή.