Η 1η Μαΐου 2004 δεν ήταν μια τυπική ημερομηνία. Ήταν η στιγμή που η Κύπρος μπήκε οριστικά στον ευρωπαϊκό πυρήνα, αποκτώντας ένα ισχυρό πολιτικό και γεωπολιτικό στήριγμα.

Η πορεία προς την ένταξη είχε βάθος χρόνου και ξεκάθαρη στρατηγική. Ξεκίνησε επίσημα το 1990, όταν η Κυπριακή Δημοκρατία υπέβαλε αίτηση ένταξης με την πλήρη στήριξη της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Σε μια περίοδο που το Κυπριακό παρέμενε άλυτο και πολλοί στην Ευρώπη διατηρούσαν επιφυλάξεις, η επιλογή αυτή δεν ήταν αυτονόητη. Ήταν μια τολμηρή πολιτική κίνηση που ενίσχυσε τη διεθνή θέση της Κύπρου.

Η στρατηγική αυτή είχε βαθύτερες ρίζες. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε ήδη από τη δεκαετία του 1970 χαράξει την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας. Σε μια εποχή έντονων αντιδράσεων, με συνθήματα κατά της ΕΟΚ και του ΝΑΤΟ από δυνάμεις της μεταπολίτευσης, επέμεινε σε μια επιλογή που τότε αμφισβητήθηκε, αλλά στην πράξη δικαιώθηκε. Η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικογένεια δημιούργησε το πλαίσιο μέσα στο οποίο κατέστη εφικτή και η ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου.

Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Κύπρου ξεκίνησαν το 1998 και ολοκληρώθηκαν το 2003 με την υπογραφή της Συνθήκης Προσχώρησης στην Αθήνα. Ένα χρόνο μετά, η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της μεγαλύτερης διεύρυνσης στην ιστορία της. Παρά τις ιδιαιτερότητες που απορρέουν από την τουρκική κατοχή, η ένταξη ολόκληρου του νησιού, έστω και με αναστολή του ευρωπαϊκού κεκτημένου στα κατεχόμενα, αποτέλεσε σημαντική διπλωματική επιτυχία.

Είκοσι δύο χρόνια μετά, η επιλογή αυτή αποδεικνύεται καθοριστική. Σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, η ευρωπαϊκή ιδιότητα της Κύπρου λειτουργεί ως ουσιαστική ασπίδα. Η πρόσφατη επίθεση με drones από το Ιράν και η άμεση κινητοποίηση ευρωπαϊκών δυνάμεων ανέδειξαν στην πράξη τι σημαίνει συμμετοχή στην Ένωση. Η παρουσία του προέδρου της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν στην Κύπρο, μαζί με τον Έλληνα πρωθυπουργό, δεν ήταν μια απλή επίσκεψη. Ήταν σαφές μήνυμα στήριξης και αποτροπής.

Η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι απλώς ένα ιστορικό ορόσημο. Είναι μια στρατηγική επιλογή που συνεχίζει να αποδίδει, ενισχύοντας τη σταθερότητα, την ασφάλεια και τη διεθνή θέση του ελληνισμού σε μια περίοδο αυξημένων προκλήσεων.