Η συζήτηση για το κράτος δικαίου που προκάλεσε ο Νίκος Ανδρουλάκης υποτίθεται πως θα ανέβαζε το επίπεδο.

Αντί γι’ αυτό, ανέδειξε το χάσμα ανάμεσα σε μια κυβέρνηση που επιχειρηματολογεί με στοιχεία και μια αντιπολίτευση που αναμασά συνθήματα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπήκε κατευθείαν στην ουσία. Έθεσε το αυτονόητο ερώτημα: προχωρά η χώρα ή γυρίζει πίσω; Και απάντησε με δεδομένα που δύσκολα αμφισβητούνται. Εκθέσεις ευρωπαϊκών θεσμών και διεθνών οργανισμών καταγράφουν πρόοδο. Όχι τελειότητα, αλλά σαφή βελτίωση. Και εκεί που η αντιπολίτευση επιχείρησε να δημιουργήσει εντυπώσεις, ήρθε το πιο χαρακτηριστικό στιγμιότυπο της συνεδρίασης.

Ο Νίκος Ανδρουλάκης κατέθεσε έκθεση για την ποιότητα της νομοθέτησης, επιχειρώντας να ενισχύσει την κριτική του. Μόνο που το ίδιο το κείμενο τον διέψευδε. Ο πρωθυπουργός του υπενθύμισε ότι η συγκεκριμένη αξιολόγηση κατατάσσει το 2024 ως την καλύτερη χρονιά της δεκαετίας. Ένα πολιτικό αυτογκόλ σε ζωντανή μετάδοση, που συμπύκνωσε την αδυναμία της αντιπολίτευσης να αρθρώσει συνεκτικό λόγο.

Κατά τα λοιπά, ο Ανδρουλάκης έμεινε εγκλωβισμένος σε μια παλιά ατζέντα. Υποκλοπές, υπαινιγμοί, γενικόλογες αναφορές. Χωρίς νέα στοιχεία, χωρίς ουσιαστική πρόταση. Και τελικά με μια επιμονή στις εκλογές που δείχνει περισσότερο πολιτική αμηχανία παρά στρατηγική. Όταν το ΠΑΣΟΚ κινείται περίπου 20 μονάδες πίσω από τη ΝΔ και ο ίδιος σχεδόν 30 μονάδες πίσω στην καταλληλότητα για πρωθυπουργία, η εμμονή στην κάλπη μοιάζει περισσότερο με πολιτικό ρίσκο παρά με σχέδιο.

Η εικόνα της υπόλοιπης αντιπολίτευσης ήταν ακόμη πιο αποκαλυπτική. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου μίλησε για τοξικότητα, για να της υπενθυμίσει ο πρωθυπουργός ότι η ίδια δεν δίστασε να υιοθετήσει προσωπικές επιθέσεις ακόμη και για την κόρη του. Ο Κυριάκος Βελόπουλος παρέμεινε στο γνώριμο μοτίβο των καταγγελιών, επαναλαμβάνοντας ότι θέλει να κυβερνήσει αυτοδύναμος, σαν να πρόκειται για ρεαλιστική προοπτική και όχι για πολιτικό ανέκδοτο. Το ΚΚΕ, δια του Δημήτρη Κουτσούμπα, κινήθηκε για ακόμη μια φορά σε μια δική του κατηγορία, όπου όλα εξηγούνται από το «σύστημα» και τίποτα δεν μεταφράζεται σε εφαρμόσιμη πολιτική.

Στα επιμέρους, η διαφορά ήταν καθαρή. Ο πρωθυπουργός μίλησε για ταχύτερη δικαιοσύνη, για ψηφιοποίηση που περιορίζει το ρουσφέτι, για συγκεκριμένες παρεμβάσεις στην καθημερινότητα. Από τις συντάξεις μέχρι τη διαφάνεια στη διοίκηση. Μια αντίληψη κράτους που λειτουργεί χωρίς μεσάζοντες και χωρίς εξαρτήσεις.

Οι υπόλοιποι απλώς κατήγγειλαν. Ο ΣΥΡΙΖΑ επανέλαβε τα γνωστά περί «καθεστώτος». Η Νίκη και η Νέα Αριστερά κινήθηκαν στα όρια της πολιτικής τους αντοχής, χωρίς να προσθέσουν το παραμικρό στη συζήτηση. Πολύς θόρυβος, μηδενικό αποτέλεσμα.

Στο τέλος, η εικόνα δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας. Μια κυβέρνηση που, με τα λάθη της, συνεχίζει να παράγει πολιτική και να δίνει κατεύθυνση. Και μια αντιπολίτευση που ζητά εκλογές χωρίς να μπορεί να εξηγήσει γιατί, πώς και με τι σχέδιο. Ίσως γιατί βαθιά μέσα της γνωρίζει ότι, αν στηθούν κάλπες, το πρόβλημα δεν θα είναι το αποτέλεσμα. Θα είναι η γύμνια της επόμενης μέρας.