Η οικογένεια ενός ζεύγους Βρετανών που κρατείται στο Ιράν δήλωσε σήμερα ότι χρησιμοποιήθηκαν ως «ανθρώπινες ασπίδες».

Κατηγόρησε δε τη βρετανική κυβέρνηση ότι δεν έκανε κάτι για την απελευθέρωσή τους.

Η Λίντσεϊ και ο Κρεγκ Φόρμαν καταδικάστηκαν σε δεκαετή ποινή κάθειρξης τον περασμένο χρόνο αφότου το Ιράν τους κατηγόρησε για κατασκοπεία, κάτι το οποίο οι ίδιοι αρνούνται.

Η οικογένεια είπε ότι το ζευγάρι χρησιμοποιήθηκαν ως «ανθρώπινες ασπίδες» και ότι μια έκρηξη κοντά στη φυλακή Εβίν στην Τεχεράνη προκάλεσε το σπάσιμο των τζαμιών στον θάλαμο όπου κρατείται ο Κρεγκ Φόρμαν με αποτέλεσμα να πέσουν σοβάδες πάνω στους κρατούμενους που έσπευσαν να προστατευθούν κάτω από τα κρεβάτια τους.

«Οι γονείς μου ζουν υπό έναν...διαρκή, εκκωφαντικό ήχο από 600 drones στον ουρανό. Μοιράζονται μικρά ορθογώνια κελιά με ποντίκια και κατσαρίδες, κοιμούνται σε μεταλλικές κουκέτες χωρίς στρώματα σε μια κατάσταση μόνιμου σωματικού πόνου», αναφέρει ο γιος τους Τζο Μπένετ σε ανακοίνωσή του.

Το ζευγάρι συνελήφθη τον Ιανουάριο του 2025 ενώ ταξίδευε στο Ιράν με μοτοσυκλέτες στο πλαίσιο ενός ταξιδιού του ανά τον κόσμο. Τον Φεβρουάριο του περασμένου έτους τα κρατικά ιρανικά μέσα ενημέρωσης ανακοίνωσαν τη φυλάκισή τους με κατηγορίες για κατασκοπεία.

Ο Μπένετ έκανε εκστρατεία ζητώντας από την κυβέρνηση της Βρετανίας να διασφαλίσει την απελευθέρωση των γονιών του.

Σε μια διάσκεψη για τις αυθαίρετες συλλήψεις, αυτόν τον μήνα στην Ουάσινγκτον, ο Μπένετ είπε ότι οι γονείς του αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι και ότι η Βρετανία πρόσφερε σχεδόν μηδενική υποστήριξη πέραν της βασικής πρακτικής βοήθειας.

Η βρετανική κυβέρνηση καταδίκασε την ποινή που επιβλήθηκε στους Φόρμαν χαρακτηρίζοντάς την «απολύτως αδικαιολόγητη» και έχει πει ότι θα συνεχίσει να ασκεί πιέσεις για την απελευθέρωση του ζευγαριού.