Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με ισχυρά δημοσιονομικά, αυξημένες επενδύσεις και ιστορικά υψηλή απασχόληση. Αυτή η δυναμική όμως συνοδεύεται από επίμονα υψηλότερο πληθωρισμό.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος έχει περιγράψει το φαινόμενο ως «θετικό παραγωγικό κενό». Με απλά λόγια, η ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες αυξάνεται ταχύτερα από την ικανότητα της οικονομίας να τα παράγει με ανταγωνιστικό κόστος. Η λύση δεν είναι η επιβράδυνση, αλλά η ενίσχυση της προσφοράς μέσω επενδύσεων, ανταγωνισμού και παραγωγικότητας.
Οι παράγοντες που αποτελούν τον μεγαλύτερο πονοκέφαλο
Ο σημαντικότερος παράγοντας διαφοροποίησης της Ελλάδας από την υπόλοιπη Ευρωζώνη παραμένει η ενέργεια. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντική εξάρτηση από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους, ενώ η περιορισμένη δυνατότητα αποθήκευσης ενέργειας και η σχετικά γρήγορη μετακύλιση των τιμών χονδρικής στη λιανική αγορά εντείνουν το πρόβλημα.
Οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές πετρελαίου κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 επιβάρυναν δυσανάλογα τις ελληνικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και καυσίμων. Η ενεργειακή αυτάρκεια και η περαιτέρω ανάπτυξη των υποδομών αποθήκευσης ενέργειας αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη μείωση των μελλοντικών πληθωριστικών πιέσεων.
Ο δεύτερος βασικός παράγοντας είναι ο τομέας των υπηρεσιών. Η Ελλάδα αποτελεί μία από τις πλέον τουριστικές οικονομίες της Ευρώπης. Η ισχυρή τουριστική ζήτηση συμβάλλει σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη, αλλά παράλληλα δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις.
Οι αυξήσεις στις μεταφορές, στην εστίαση και στη διαμονή καταγράφονται συστηματικά υψηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Κατά τους θερινούς μήνες, η μεγάλη εισροή επισκεπτών αυξάνει τη ζήτηση για υπηρεσίες με αποτέλεσμα οι τιμές να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα. Πρόκειται ουσιαστικά για μία «παρενέργεια» της επιτυχημένης πορείας του ελληνικού τουρισμού. Ωστόσο, η πρόκληση για την οικονομική πολιτική είναι να αυξήσει την προσφορά υπηρεσιών και υποδομών, ώστε να απορροφάτε η αυξημένη ζήτηση χωρίς αντίστοιχες ανατιμήσεις.
Η αγορά κατοικίας εξελίσσεται σε έναν από τους βασικούς παράγοντες που τροφοδοτούν την ακρίβεια. Η αύξηση των ενοικίων τα τελευταία χρόνια συνδέεται με την άνοδο του τουρισμού, την περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα της προηγούμενης δεκαετίας, την αύξηση της ζήτησης από ξένους επενδυτές και τη μεγάλη ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Το υψηλό κόστος στέγασης επηρεάζει, όχι μόνο τα νοικοκυριά, αλλά και το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, το οποίο τελικά ενσωματώνεται στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Παρά την αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών των τροφίμων, η ελληνική αγορά εμφανίζει μεγαλύτερη ακαμψία στη μεταφορά των μειώσεων στις τελικές τιμές. Οι ιδιαιτερότητες της χώρας –το μικρό μέγεθος της αγοράς, οι αυξημένες μεταφορικές ανάγκες, η νησιωτικότητα, αλλά και η περιορισμένη ένταση του ανταγωνισμού σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων– επιβραδύνουν την ταχύτερη αποκλιμάκωση των τιμών για τον καταναλωτή.
Η αύξηση των μισθών αποτελεί θετική εξέλιξη για τα νοικοκυριά, ιδίως μετά τη δεκαετή κρίση που προηγήθηκε. Ωστόσο, όταν η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται με ανάλογους ρυθμούς, μέρος των μισθολογικών αυξήσεων μεταφέρεται στις τιμές. Σε μια οικονομία όπου οι υπηρεσίες αποτελούν μεγάλο μέρος του ΑΕΠ, η σχέση αυτή είναι ακόμη πιο έντονη.
Το ζητούμενο επομένως δεν είναι η συγκράτηση των μισθών, αλλά η ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας μέσω επενδύσεων, ψηφιακού μετασχηματισμού και τεχνολογικής αναβάθμισης των επιχειρήσεων.
Η ανάπτυξη αποδίδει - Επόμενο βήμα η ενίσχυση της παραγωγικότητας
Τα μέχρι σήμερα στοιχεία δείχνουν ότι η δημοσιονομική πολιτική παραμένει συνετή. Το πρωτογενές πλεόνασμα υπερβαίνει σημαντικά τους στόχους, οι επενδύσεις αυξάνονται και οι μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια έχουν βελτιώσει σημαντικά τη θέση της ελληνικής οικονομίας.
Παρ' όλα αυτά, ο υψηλότερος πληθωρισμός λειτουργεί ως ένας «κρυφός φόρος» για τα νοικοκυριά, μειώνοντας μέρος των κερδών από την οικονομική ανάπτυξη. Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν φαίνεται να βρίσκεται σε περιοριστικές πολιτικές που θα έπλητταν την ανάπτυξη. Αντιθέτως, απαιτείται η επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων που θα αυξήσουν την παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας.
Οι παρεμβάσεις που μπορούν να περιορίσουν τον πληθωρισμό
Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί κυρίως ενίσχυση της προσφοράς και της παραγωγικότητας. Προτεραιότητα αποτελεί η επιτάχυνση των ενεργειακών επενδύσεων σε δίκτυα και αποθήκευση, ώστε να μειωθεί η έκθεση στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών. Παράλληλα, η ενίσχυση του ανταγωνισμού στο λιανεμπόριο και στις υπηρεσίες μπορεί να συμβάλει στη συγκράτηση των τιμών.
Σημαντική είναι επίσης η αύξηση της προσφοράς κατοικιών μέσω νέων κατασκευών και κινήτρων για μακροχρόνιες μισθώσεις, καθώς και η στήριξη της παραγωγικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσω ψηφιακού μετασχηματισμού και νέων τεχνολογιών.
Τέλος, η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας είναι απαραίτητη, ώστε οι παρεμβάσεις κατά της ακρίβειας να είναι στοχευμένες και να μην δημιουργούν νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Ο υψηλότερος πληθωρισμός στην Ελλάδα δεν αποτελεί ένδειξη ότι η οικονομία βρίσκεται σε κρίση. Αντιθέτως, είναι σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα μιας οικονομίας που αναπτύσσεται ταχύτερα από την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες στην πλευρά της προσφοράς. Το ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια δεν είναι να επιβραδυνθεί η ανάπτυξη προκειμένου να πέσουν οι τιμές. Είναι να αυξηθεί η παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας, ώστε η ανάπτυξη να μεταφράζεται σε υψηλότερα πραγματικά εισοδήματα και χαμηλότερο πληθωρισμό.
Εάν οι μεταρρυθμίσεις επιταχυνθούν, η Ελλάδα μπορεί να διατηρήσει το αναπτυξιακό της πλεονέκτημα, χωρίς να πληρώνει το πρόσθετο κόστος πληθωρισμού που υπονομεύει το διαθέσιμο εισόδημα, σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη.
*Ο Χρήστος Κουπελίδης είναι Οικονομολόγος & Σύμβουλος Στρατηγικής Ανάπτυξης