Η Ελλάδα αφήνει πίσω της τη συζήτηση για το εάν ανήκει στην επενδυτική βαθμίδα και περνά σε μια νέα φάση: τη σταδιακή προσέγγιση των υψηλότερων βαθμίδων πιστοληπτικής αξιολόγησης.
Οι αναβαθμίσεις της Παρασκευής 18 Σεπτεμβρίου από Scope Ratings και Moody’s στέλνουν προς αυτή την κατεύθυνση ένα ισχυρό μήνυμα. Η Scope αναβάθμισε την Ελλάδα από BBB σε BBB+ με σταθερές προοπτικές, ενώ η Moody’s διατήρησε την αξιολόγηση στο Baa3, αλλά αναβάθμισε το outlook από σταθερό σε θετικό.
Πρόκειται για δύο διαφορετικές κινήσεις που συγκλίνουν όμως στην ίδια διαπίστωση: το πιστωτικό προφίλ της ελληνικής οικονομίας συνεχίζει να ενισχύεται.
Το BBB+ και η μεγάλη αλλαγή στο ελληνικό χρέος
Η απόφαση της Scope έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στο BBB+, με τον οίκο να στηρίζει την αναβάθμιση κυρίως στην ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, στις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις και στη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της οικονομίας.
Η εικόνα των δημόσιων οικονομικών έχει αλλάξει ουσιαστικά. Το 2025 καταγράφηκε πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9%, ενώ η Scope προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα περίπου 4,1% και συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα περίπου 3% για το 2026.
Ακόμη πιο σημαντική είναι η πορεία του χρέους. Η Scope εκτιμά ότι από 146,1% του ΑΕΠ το 2025 θα υποχωρήσει περίπου στο 136% το 2026 και στο 110% έως το 2031. Η πρόοδος υποστηρίζεται από τα πρωτογενή πλεονάσματα, την ανάπτυξη και τις πρόωρες αποπληρωμές χρέους.
Παρά το υψηλό ονομαστικό μέγεθός του, η δομή του ελληνικού χρέους λειτουργεί ως σημαντικό πλεονέκτημα: περίπου 70% βρίσκεται στα χέρια επίσημων πιστωτών με ευνοϊκούς όρους, η μέση σταθμισμένη διάρκειά του ήταν 18,3 χρόνια τον Ιούνιο του 2026 και τα ταμειακά διαθέσιμα προσεγγίζουν τα 31 δισ. ευρώ.
Moody’s: Το θετικό outlook δείχνει την επόμενη κίνηση
Η Moody’s δεν προχώρησε ακόμη σε νέα βαθμίδα, όμως η μετατροπή του outlook σε θετικό έχει σαφή σημασία. Ο οίκος αναγνωρίζει ότι οι οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις ενισχύουν περισσότερο από ό,τι αναμενόταν την οικονομική και δημοσιονομική ανθεκτικότητα της χώρας.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, στην ψηφιοποίηση, στην ενίσχυση των θεσμών και στη δυνατότητα συνέχισης της αποκλιμάκωσης του χρέους. Η Moody’s εκτιμά ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μπορεί να κινηθεί προς το 120% έως το 2030.
Υπάρχουν, ωστόσο, ακόμη σημαντικές προκλήσεις. Το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό σε σύγκριση με χώρες υψηλότερης πιστοληπτικής διαβάθμισης, ενώ το δημογραφικό, η παραγωγικότητα, οι εξωτερικές ανισορροπίες και η δυνατότητα διατήρησης ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την επόμενη περίοδο.
Τι σημαίνουν οι αναβαθμίσεις για την ελληνική οικονομία
Η σημασία των αξιολογήσεων δεν περιορίζεται στο κύρος μιας καλύτερης βαθμολογίας. Η σταδιακή βελτίωση του αξιόχρεου ενισχύει την αξιοπιστία του Ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς αγορές, διευρύνει δυνητικά τη βάση των θεσμικών επενδυτών που μπορούν να τοποθετηθούν σε ελληνικούς τίτλους και δημιουργεί ευνοϊκότερο πλαίσιο χρηματοδότησης για τράπεζες και επιχειρήσεις.
Δεν σημαίνει ότι τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων θα μειωθούν αυτομάτως μετά από μία αξιολόγηση – οι αποδόσεις επηρεάζονται και από την ΕΚΤ, τον πληθωρισμό και τις διεθνείς αγορές. Σημαίνει όμως ότι μειώνεται σταδιακά το risk premium της χώρας και ενισχύεται η θέση της Ελλάδας στον διεθνή επενδυτικό χάρτη. Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο μήνυμα της χθεσινής βραδιάς.
Πριν από λίγα χρόνια το ερώτημα ήταν πότε η Ελλάδα θα επιστρέψει στην επενδυτική βαθμίδα. Σήμερα, με τη Scope στο BBB+ και τη Moody’s να έχει πλέον θετικό outlook, η συζήτηση μεταφέρεται ένα επίπεδο υψηλότερα.
Ο επόμενος μεγάλος στόχος είναι η σταθερή σύγκλιση προς την κατηγορία «Α». Για να επιτευχθεί, δεν αρκεί η δημοσιονομική συνέπεια. Χρειάζονται υψηλότερες παραγωγικές επενδύσεις, αύξηση της παραγωγικότητας, συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και διατηρήσιμη ανάπτυξη που θα επιτρέψει στο δημόσιο χρέος να συνεχίσει να αποκλιμακώνεται.
Η απόσταση από την εποχή της κρίσης είναι πλέον μεγάλη. Η πρόκληση για την ελληνική οικονομία είναι να μετατρέψει την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της σε μόνιμη αναβάθμιση της παραγωγικής και επενδυτικής της δυναμικής.
*Ο Χρήστος Κουπελίδης είναι οικονομολόγος & σύμβουλος στρατηγικής ανάπτυξης.