Η ύπαρξη της Χαμάς, της Χεζμπολάχ και των υπόλοιπων κρίκων του δικτύου εκλαμβανόταν από το Ισραήλ ως μια κατάσταση με γνωστά και προβλέψιμα όρια.
Για χρόνια, η σύγκρουση Ισραήλ-Ιράν διεξαγόταν μέσω proxies στην ευρύτερη περιοχή, καθώς η Τεχεράνη απέφευγε τη μετωπική σύγκρουση και επένδυσε στη δημιουργία ενός περιφερειακού δικτύου οργανώσεων και συμμάχων, αυτό που συχνά περιγράφεται ως ο λεγόμενος «ιρανικός άξονας». Μέσα από αυτό το μοντέλο, το Ιράν μπορούσε να ασκεί πίεση στο Ισραήλ χωρίς να εκθέτει άμεσα το ίδιο το ιρανικό κράτος σε μια ανοιχτή διακρατική σύγκρουση.
Το δίκτυο αυτό συγκροτήθηκε σταδιακά μέσα από τις σχέσεις που ανέπτυξε η Τεχεράνη με δρώντες της περιοχής. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Χεζμπολάχ στον Λίβανο, η οποία συγκροτήθηκε με την υποστήριξη του Ιράν και εξελίχθηκε σε έναν από τους ισχυρότερους μη κρατικούς στρατιωτικούς δρώντες της Μέσης Ανατολής. Παράλληλα, η Τεχεράνη στήριξε παλαιστινιακές οργανώσεις όπως η Χαμάς και η παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ στη Λωρίδα της Γάζας, ενώ η επιρροή της εκτείνεται και στην Υεμένη μέσω των Χούθι.
Το μοντέλο αυτό εξυπηρετούσε συγκεκριμένο σκοπό: έδινε στο Ιράν στρατηγικό βάθος και τη δυνατότητα να κρατά το κόστος της σύγκρουσης μακριά από τα σύνορά του. Για το Ισραήλ, αντίθετα, σήμαινε μόνιμη πίεση, ενταγμένη σε μια λογική διαχείρισης. Η αντιπαράθεση παρέμενε «παγωμένη», με εξάρσεις που όμως δεν ανέτρεπαν τη βασική περιφερειακή ισορροπία.
Μέχρι το φθινόπωρο του 2023, αυτή η λογική της συντήρησης εξακολουθούσε να εφαρμόζεται στην πράξη. Η ύπαρξη της Χαμάς, της Χεζμπολάχ και των υπόλοιπων κρίκων του δικτύου εκλαμβανόταν ως μια κατάσταση με γνωστά και προβλέψιμα όρια. Η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, όμως, ανέτρεψε αυτήν την εκτίμηση. Άλλαξε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο διαβαζόταν η κατάσταση και αποκάλυψε πόσο εύθραυστη ήταν η αίσθηση ασφάλειας.
Μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου, στο Ισραήλ η επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς έπαψε να θεωρείται ρεαλιστική επιλογή. Η επίθεση δεν αντιμετωπίστηκε απλώς ως μια ακόμη κρίση, αλλά ως ένδειξη ότι το μοντέλο της διαχείρισης είχε εξαντλήσει τα όριά του. Στο Ισραήλ επικράτησε έτσι η αντίληψη ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε μία οργάνωση ή ένα μέτωπο, αλλά στο σύνολο του πλέγματος μέσω του οποίου το Ιράν έχει αποκτήσει επιρροή στην περιοχή.
Για μεγάλο διάστημα αυτό το δίκτυο έδινε στο Ιράν σημαντικό στρατηγικό περιθώριο. Μια σύγκρουση δύσκολα θα έμενε περιορισμένη στο ίδιο το ιρανικό μέτωπο, καθώς υπήρχε πάντα η προοπτική να ανοίξουν ταυτόχρονα και άλλα μέτωπα στην περιοχή, υποχρεώνοντας το Ισραήλ να διασπάσει την προσοχή και τις δυνάμεις του. Αυτό εξηγεί γιατί τα τελευταία χρόνια οι ισραηλινές επιχειρήσεις εκτυλίχθηκαν σε πολλαπλά μέτωπα.
Η Χαμάς στη Γάζα υπέστη συντριπτικά πλήγματα. Η Χεζμπολάχ στον Λίβανο δέχθηκε βαριές απώλειες, με σημαντικό πλήγμα στην ηγεσία και στις δομές της. Στη Συρία, θέσεις και δυνάμεις που συνδέονται με την παρουσία του Ιράν αποτέλεσαν επανειλημμένα στόχο ισραηλινών πληγμάτων, ενώ και οι Χούθι εντάχθηκαν στην ίδια δυναμική αντιπαράθεσης.
Η σύγκρουση που εξελίσσεται σήμερα σηματοδοτεί το σημείο καμπής μιας αντιπαράθεσης που για δεκαετίες διεξαγόταν κυρίως μέσα από το περιφερειακό πλέγμα που είχε οικοδομήσει η Τεχεράνη. Η αποδυνάμωση αυτών των μηχανισμών μεταβάλλει τη στρατηγική εικόνα της περιοχής και μεταφέρει τη σύγκρουση στο ίδιο το επίπεδο του ιρανικού κράτους.
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η προσπάθεια να πάψει το Ιράν να αποτελεί στρατηγική απειλή για το Ισραήλ, διαμορφώνοντας μια διαφορετική πραγματικότητα ασφάλειας στην ευρύτερη περιοχή ύστερα από δεκαετίες συνεχούς αντιπαράθεσης.
*Ο Χαρίλαος Ράπης είναι ιδρυτικό μέλος του Synergia Institute for Public Policy, μέλος της ομάδας Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας.


