Το μικρό νησί των Κυκλάδων βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ραγδαίας τουριστικής και οικοδομικής μετάβασης, που φέρνει ανάπτυξη αλλά δοκιμάζει και τα όρια των υποδομών του.
Το Άνω Κουφονήσι, το μικρότερο κατοικημένο νησί των Μικρών Κυκλάδων, βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο μιας ραγδαίας τουριστικής και οικοδομικής μετάβασης που σχολιάζεται ακόμα και εκτός Ελλάδος. Με έκταση μόλις 5,7 τετραγωνικά χιλιόμετρα και με πληθυσμό που πολλαπλασιάζεται τους θερινούς μήνες, το νησί καλείται να διαχειριστεί ένα κύμα επενδυτικού ενδιαφέροντος που προβλέπει την κατασκευή 22 νέων ξενοδοχειακών μονάδων. Αν τα σχέδια υλοποιηθούν στο σύνολό τους, οι προσφερόμενες κλίνες θα υπερδιπλασιαστούν αλλάζοντας ριζικά τη φυσιογνωμία του παραδεισένιου τόπου.
Η νέα δόμηση που έχει δρομολογηθεί για την περίοδο 2024-2026 ανέρχεται σε 19.636 τετραγωνικά μέτρα. Πρόκειται για 18 ξενοδοχεία που θα ανεγερθούν εξαρχής (16.078 τ.μ.), τέσσερις μετατροπές κατοικιών σε τουριστικά καταλύματα (850 τ.μ.) και πέντε επεκτάσεις υφιστάμενων μονάδων (2.708 τ.μ.).
Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο δόμησης φτάνει τα 1.500 τ.μ. ανά μονάδα, ωστόσο η συσσώρευση όλων αυτών των έργων σε ένα τόσο μικρό νησί δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη φέρουσα ικανότητα του τόπου.
Από το 2018 μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί 90 νέες οικοδομικές άδειες, που αντιστοιχούν σε περίπου 23.500 τετραγωνικά μέτρα κτηρίων.
Για ένα νησί με περιορισμένο οδικό δίκτυο, ελλιπείς υποδομές και ευαίσθητο φυσικό περιβάλλον, οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν μια πρωτοφανή ένταση οικοδομικής δραστηριότητας.
Πριν από λίγο καιρό υπήρξε η ακύρωση της μίσθωσης παραλιών σε περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, όπως το Πορί και η Ιταλίδα, κάτι που ανέδειξε την κοινωνική ευαισθησία γύρω από το ζήτημα της υπερεκμετάλλευσης.
Η οικοδομική έξαρση δεν αφορά μόνο το Άνω Κουφονήσι. Σε πολλά νησιά του Αιγαίου παρατηρείται τάση «προληπτικής» αξιοποίησης οικοπέδων πριν τεθούν σε ισχύ αυστηρότερα πολεοδομικά πλαίσια. Ωστόσο, σε μικρούς νησιωτικούς σχηματισμούς οι συνέπειες είναι εντονότερες και πιο άμεσες.
Παραδοσιακά, το Άνω Κουφονήσι στηριζόταν σε μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις, ενοικιαζόμενα δωμάτια και μικρής κλίμακας καταλύματα που προσέλκυαν ταξιδιώτες εναλλακτικού τουρισμού. Σήμερα, από τα 18 νέα ξενοδοχεία που σχεδιάζονται, τρία θα είναι κατηγορίας πέντε αστέρων – μια πρωτόγνωρη εξέλιξη για το νησί.
Η είσοδος πολυτελών μονάδων σηματοδοτεί μετατόπιση προς ένα διαφορετικό κοινό, υψηλότερου εισοδηματικού επιπέδου επισκέπτες, με αυξημένες απαιτήσεις σε υπηρεσίες, ιδιωτικότητα και υποδομές. Η μετάβαση αυτή ενδέχεται να ενισχύσει τα δημοτικά έσοδα και να επιμηκύνει την τουριστική περίοδο, αλλά ταυτόχρονα εγκυμονεί τον κίνδυνο ριζικής αλλοίωσης του χαρακτήρα που έκανε το νησί δημοφιλές, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και εκτός χώρας.
Η μεγαλύτερη πρόκληση δεν αφορά μόνο την αισθητική ή την κλίμακα των νέων κατασκευών, αλλά την αντοχή των βασικών υποδομών. Το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης ήδη δοκιμάζεται σοβαρά τους μήνες αιχμής. Η διαχείριση απορριμμάτων, η ενεργειακή επάρκεια και η προστασία των υδάτινων πόρων αποτελούν κρίσιμους παράγοντες βιωσιμότητας.
Ο υπερδιπλασιασμός των κλινών συνεπάγεται αντίστοιχη αύξηση κατανάλωσης νερού και ενέργειας. Σε νησιωτικά περιβάλλοντα, όπου οι φυσικοί πόροι είναι περιορισμένοι, η άναρχη ανάπτυξη μπορεί να οδηγήσει σε μη αναστρέψιμες επιπτώσεις. Η εμπειρία άλλων κορεσμένων προορισμών των Κυκλάδων λειτουργεί ως προειδοποιητικό παράδειγμα.
Αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο, ο δήμος έχει ζητήσει την επιβολή αυστηρότερων περιορισμών μέσω του Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου. Στην πρόταση περιλαμβάνεται η δημιουργία ζώνης προστασίας τοπίου που θα καλύπτει το 20% της έκτασης του νησιού, με πλήρη απαγόρευση δόμησης σε ευαίσθητες περιοχές, ιδίως στο παράκτιο μέτωπο.
Παράλληλα, προτείνεται ο διαχωρισμός ζωνών για αγροτουρισμό και ήπια τουριστική ανάπτυξη, με ανώτατο όριο 50 κλινών ανά μονάδα. Στόχος είναι να αποφευχθεί η δημιουργία μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων που θα αλλοιώσουν ανεπανόρθωτα το τοπίο. Η πρόταση αυτή επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην οικονομική αξιοποίηση και την προστασία της φυσικής κληρονομιάς.
Η συζήτηση δεν είναι μόνο τεχνική ή πολεοδομική. Αγγίζει τον πυρήνα της τοπικής κοινωνίας. Οι κάτοικοι βλέπουν αφενός ευκαιρίες απασχόλησης και οικονομικής ενίσχυσης, αφετέρου όμως ανησυχούν για την εκτίναξη των τιμών γης και ενοικίων, καθώς και για τον κίνδυνο αλλοίωσης της τοπικής ταυτότητας.
Η μετατροπή κατοικιών σε τουριστικά καταλύματα περιορίζει το διαθέσιμο οικιστικό απόθεμα για μόνιμους κατοίκους και εργαζόμενους. Η εμπειρία από άλλα νησιά έχει δείξει ότι η υπερτουριστικοποίηση συχνά οδηγεί σε ελλείψεις προσωπικού και κοινωνικές εντάσεις.
Σήμερα λειτουργούν μόλις 13 ξενοδοχεία στο Άνω Κουφονήσι. Με την προσθήκη 22 νέων μονάδων, ο τουριστικός χάρτης θα μεταμορφωθεί. Το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει ανάπτυξη, αφού αυτή έχει ήδη ξεκινήσει, αλλά τι μορφής θα είναι.
Θα επιλεγεί ένα μοντέλο ήπιας, ποιοτικής ανάπτυξης με σαφείς περιορισμούς και σεβασμό στο τοπίο ή θα επικρατήσει η λογική της μέγιστης εκμετάλλευσης με βραχυπρόθεσμα οφέλη αλλά μακροπρόθεσμο κόστος; Οι αποφάσεις που θα ληφθούν στο πλαίσιο του Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου θα καθορίσουν το μέλλον του νησιού για δεκαετίες.
Το Άνω Κουφονήσι υπήρξε για χρόνια σύμβολο απλότητας, αυθεντικότητας και άμεσης επαφής με το φυσικό περιβάλλον. Η πρόκληση σήμερα είναι να διατηρήσει αυτά τα στοιχεία ενώ ταυτόχρονα θα επιδιώκει την οικονομική του ευημερία.
Άνθρωποι της τουριστικής αγοράς υποστηρίζουν ότι η ισορροπία ανάμεσα στην ανάπτυξη και την προστασία δεν είναι εύκολη, όμως για ένα τόσο μικρό και εύθραυστο νησιωτικό οικοσύστημα είναι απολύτως αναγκαία.


