Εκτενές ρεπορτάζ της Washington Post, αναλύει τους λόγους για τους οποίους ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε τελικά να μην εγκρίνει στρατιωτικό πλήγμα κατά του Ιράν.
Όπως επισημαίνει η αμερικανική εφημερίδα, εκείνο το πρωινό της Τετάρτης επικρατούσε τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στους κύκλους της επίσημης Ουάσινγκτον η σχεδόν καθολική πεποίθηση ότι ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών επρόκειτο να δώσει το πράσινο φως για αεροπορικά πλήγματα εναντίον του Ιράν.
Όπως είναι γνωστό θα ήταν η δεύτερη επίδειξη ισχύοςτου Αμερικανού Προέδρου μέσα σε λίγες εβδομάδες, μετά την επιχείρηση της Delta Force στη Βενεζουέλα.
Την ίδια ώρα, το Πεντάγωνο ανακοίνωνε την ανάπτυξη του USS Roosevelt στον Περσικό Κόλπο, σύμμαχοι είχαν προειδοποιηθεί, ενώ στην αεροπορική βάση al-Udeid στο Κατάρ είχαν δοθεί οδηγίες εκκένωσης. Ο ίδιος ο Τραμπ έστελνε μήνυμα στους Ιρανούς διαδηλωτές ότι «η βοήθεια έρχεται».
Trump shouldn't make promises he can't keep,as yet another reneged on.
— GTM 🏴 🇺🇦🇵🇸☘️🌹#Refugees Welcome. (@deedondeveron) January 18, 2026
In Iran crisis, Trump confronted limits of U.S. military power - The Washington Post https://t.co/KZKM7RCsNM
Το μήνυμα που άλλαξε το κλίμα
Η πρώτη ρωγμή στο σχέδιο σημειώθηκε όταν ο Στιβ Γουίτκοφ ενημέρωσε τον Τραμπ ότι η ιρανική κυβέρνηση ακύρωσε προγραμματισμένες εκτελέσεις 800 κρατουμένων. Η πληροφορία επιβεβαιώθηκε μία ημέρα αργότερα από τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, ενισχύοντας το επιχείρημα υπέρ της αποκλιμάκωσης.
Σύμφωνα με μαρτυρίες 12 νυν και πρώην αξιωματούχων, η μεταστροφή του Τραμπ αντανακλούσε τον φόβο ότι ένα χτύπημα θα άναβε ανεξέλεγκτη φωτιά στη Μέση Ανατολή.
Το Πεντάγωνο προειδοποιούσε για μαζική ιρανική αντεπίθεση, ενώ σύμμαχοι όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και η Αίγυπτος ζητούσαν αυτοσυγκράτηση, ανησυχώντας για γενικευμένη αποσταθεροποίηση.
Η προσωπική εκτίμηση του Τραμπ
Καθοριστική ήταν και η ίδια η κρίση του Τραμπ. Ένα πλήγμα κατά του Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει οικονομικό σοκ, ευρύτερη πολεμική σύγκρουση και να θέσει σε κίνδυνο τους περίπου 30.000 Αμερικανούς στρατιώτες στην περιοχή.
Σε αντίθεση με «εφάπαξ» επιχειρήσεις (Βενεζουέλα, Ισλαμικό Κράτος), το Ιράν θεωρήθηκε χαοτικό πεδίο. «Θέλει επιχειρήσεις όπως στη Βενεζουέλα. Αυτό θα ήταν πολύ πιο χαοτικό», ανέφερε πρώην αξιωματούχος.
Διαφορετικά στρατόπεδα στον Λευκό Οίκο
Η εσωτερική διαφωνία ήταν έντονη. Ο Τζέι Ντι Βανς, αν και συνήθως επιφυλακτικός, τάχθηκε υπέρ της επίθεσης, επικαλούμενος το «όριο» που είχε θέσει ο Τραμπ για την προστασία των διαδηλωτών.
Αντίθετα, ο Γουίτκοφ και η προσωπάρχης Σούζι Γουάιλς προειδοποιούσαν για κλιμάκωση, ενώ ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ υποστήριζε ότι οι οικονομικές κυρώσεις αρκούσαν.
Την ίδια ημέρα, το Πεντάγωνο γνωστοποίησε την είσοδο του αντιτορπιλικού κατευθυνόμενων πυραύλων USS Roosevelt στον Περσικό Κόλπο, ενώ οι σύμμαχοι των ΗΠΑ είχαν ήδη ενημερωθεί για το ενδεχόμενο μιας επικείμενης αμερικανικής στρατιωτικής ενέργειας. Παράλληλα, το προσωπικό της αμερικανικής αεροπορικής βάσης αλ Ουντέιντ στο Κατάρ έλαβε οδηγίες για εκκένωση, την ώρα που ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ απηύθυνε μήνυμα στους Ιρανούς διαδηλωτές, διαβεβαιώνοντάς τους ότι «η βοήθεια έρχεται».
Η πρώτη ουσιαστική αλλαγή δεδομένων σημειώθηκε όταν ο Στιβ Γουίτκοφ ενημέρωσε τον Τραμπ ότι η ιρανική κυβέρνηση είχε προχωρήσει στην ακύρωση των προγραμματισμένων εκτελέσεων 800 κρατουμένων, πληροφορία που επιβεβαιώθηκε μία ημέρα αργότερα από τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών.
Στο Πεντάγωνο υπήρχε έντονη ανησυχία ότι μια αμερικανική επίθεση θα άνοιγε έναν ευρύτερο κύκλο βίας, δυσχεραίνοντας την αντιμετώπιση μιας μαζικής ιρανικής αντεπίθεσης. Παρόμοιους φόβους εξέφραζε και το Ισραήλ, ενώ χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και η Αίγυπτος παρενέβησαν απευθείας προς τον Λευκό Οίκο, ζητώντας αυτοσυγκράτηση και διπλωματική λύση, υπό τον φόβο μιας γενικευμένης περιφερειακής αποσταθεροποίησης.
Η προσωπική εκτίμηση του Τραμπ
Καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με τη Washington Post, έπαιξε και η προσωπική πεποίθηση του Τραμπ ότι ένα στρατιωτικό πλήγμα κατά του Ιράν θα οδηγούσε σε χαοτικές εξελίξεις, με πιθανές συνέπειες όπως οικονομική αστάθεια, κλιμάκωση σε περιφερειακό πόλεμο και σοβαρό κίνδυνο για τους περίπου 30.000 Αμερικανούς στρατιώτες που βρίσκονται στη Μέση Ανατολή.
Η προοπτική αυτή, όπως εκτιμούσε, απείχε σημαντικά από τις «περιορισμένες» επιχειρήσεις που είχαν προηγηθεί σε περιοχές όπως η Βενεζουέλα, η Συρία ή από στοχευμένες ενέργειες κατά του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.
Παρότι το σενάριο επίθεσης δεν εγκαταλείφθηκε οριστικά, ο Τραμπ και το στενό του επιτελείο διατήρησαν ανοιχτές όλες τις επιλογές, την ώρα που το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln κατευθυνόταν προς τη Μέση Ανατολή, δίνοντας στην Ουάσινγκτον πολύτιμο χρόνο.
Διχασμός στο εσωτερικό του επιτελείου
Το δημοσίευμα αναδεικνύει τις διαφορετικές προσεγγίσεις εντός του κύκλου του Τραμπ. Ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, αν και παραδοσιακά αντίθετος στις στρατιωτικές επεμβάσεις, αυτή τη φορά εμφανίστηκε υπέρ μιας επίθεσης, επικαλούμενος το «όριο» που είχε θέσει ο Τραμπ προς το Ιράν για τη μη δολοφονία διαδηλωτών.
Αντίθετα, πιο μετριοπαθείς φωνές, όπως ο Στιβ Γουίτκοφ και η προσωπάρχης Σούζι Γουάιλς, υποστήριζαν προσεκτικούς χειρισμούς. Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ τάχθηκε υπέρ της αναμονής, θεωρώντας ότι οι οικονομικές κυρώσεις θα μπορούσαν να αποδώσουν χωρίς στρατιωτική κλιμάκωση.
Μετά από εκτενή ενημέρωση από το υπουργείο Άμυνας και τις υπηρεσίες πληροφοριών, ο Τραμπ κατέληξε ότι τα πιθανά οφέλη μιας επίθεσης ήταν περιορισμένα, ενώ οι κίνδυνοι δυσανάλογα μεγάλοι, οδηγώντας τελικά στο πάγωμα των επιχειρήσεων.
Η στάση των αραβικών χωρών και η επόμενη ημέρα
Η συντονισμένη διπλωματική πίεση από χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Ομάν και η Αίγυπτος αποδείχθηκε καθοριστική. Οι χώρες αυτές προειδοποίησαν για σοβαρές επιπτώσεις στην ασφάλεια και την οικονομία της περιοχής, που τελικά θα επηρέαζαν και τις ΗΠΑ.
Παρότι η άμεση σύγκρουση αποφεύχθηκε, αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι οι επόμενες δύο έως τρεις εβδομάδες παραμένουν κρίσιμες, καθώς τα αμερικανικά στρατιωτικά μέσα θα έχουν λάβει τις τελικές τους θέσεις. Το επίπεδο συναγερμού παραμένει υψηλό και η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ έχει λάβει εντολή για 24ωρη επιχειρησιακή ετοιμότητα για τον επόμενο μήνα.


