Με τον Ντόναλντ Τραμπ να απειλεί ευθέως για δεύτερη επίθεση στη Βενεζουέλα, αλλά και για επικείμενη επίθεση στη Κολομβία, οι δυο χώρες της Λατινικής Αμερικής ζήτησαν έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.
Οι απειλές Τραμπ κατά Κούβας και Κολομβίας
Η επέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ στη Βενεζουέλα και η απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο μαζί με τη σύζυγό του έχει προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στη Λατινική Αμερική. Σύμφωνα με αναλυτές, περισσότερη ανησυχία έχει προκαλέσει η δήλωσή του ότι τα αμερικανικά στρατεύματα θα παραμείνουν στη Βενεζουέλα για όσο χρειαστεί και μέχρι να υπάρξει ομαλότητα στη χώρα. Την ίδια ώρα τα σενάρια ανατροπής της κυβέρνησης Μαδούρο ενισχύουν την αντιπολίτευση στη Βενεζουέλα και θορυβούν τις πλησιέστερες χώρες.
Εξάλλου, ο Ντόναλντ Τραμπ έβαλε στο στόχαστρό του τόσο την Κούβα, που σύμφωνα με τον ίδιο θα είναι στα επόμενα σχέδιά του, ενώ για την κυβέρνηση της Κολομβίας οι απειλές του ήταν σαφείς. «Ο Κολομβιανός ομόλογός του, Γκουστάβο Πέτρο έχει εργοστάσια όπου παρασκευάζει κοκαΐνη. (...) Παρασκευάζει κοκαΐνη και τη στέλνει στις ΗΠΑ, οπότε πραγματικά καλά θα κάνει να προσέχει», δήλωσε ο Ντόναλντ Τραμπ στο πλαίσιο της συνέντευξης Τύπου.
Το αίτημα προς το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών
Δεδομένων των συνθηκών, λοιπόν, τόσο η κυβέρνηση της Βενεζουέλα και της Κολομβίας ζήτησαν επισήμως νωρίτερα σήμερα έκτακτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών καταγγέλλοντας την πρώτη «ένοπλη επίθεση» των Ηνωμένων Πολιτειών στο έδαφος της Βενεζουέλας και επικαλούμενες σοβαρές επιπτώσεις στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.
Σε επιστολή που απηύθυνε στον πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας για τον Ιανουάριο 2026, Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Σομαλίας στον ΟΗΕ πρέσβη Αμπουκάρ Νταχίρ Οσμάν, ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Βενεζουέλας, πρέσβης Σάμουελ Ρεϊνάλδο Μονκάδα Ακόστα, καταγγέλλει ότι «κατά τις πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Ιανουαρίου 2026, αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις εξαπέλυσαν ένα σύνολο βάναυσων, αδικαιολόγητων και μονομερών ένοπλων επιθέσεων». Η επιστολή ζητεί επίσης να κυκλοφορήσει ως επίσημο έγγραφο του Συμβουλίου Ασφαλείας και έχει κοινοποιηθεί στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες.
Σύμφωνα με την επιστολή, οι επιθέσεις περιλάμβαναν «βομβαρδισμό πολιτικών και στρατιωτικών στόχων στην πόλη του Καράκας, πρωτεύουσα της Δημοκρατίας, καθώς και σε άλλες πόλεις στις πολιτείες Μιράντα, Αράγουα και Λα Γκουαΐρα». Παράλληλα, γίνεται επίσης αναφορά σε «επιχειρήσεις αμερικανικών ειδικών δυνάμεων σε διάφορα σημεία της επικράτειας με ελικόπτερα και αεροσκάφη».
Η Βενεζουέλα χαρακτηρίζει την ενέργεια «κατάφωρη πράξη επιθετικότητας», η οποία -όπως υποστηρίζει- «παραβιάζει ευθέως το άρθρο 2, παράγραφο 4, του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών», τονίζοντας ότι πρόκειται για χρήση βίας «κατά της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας ενός κράτους».
Στο ίδιο έγγραφο, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας απορρίπτει οποιαδήποτε αιτιολόγηση των επιθέσεων και υποστηρίζει ότι «ο εγκληματικός και αδικαιολόγητος χαρακτήρας τους δεν έχει προηγούμενο εδώ και πάνω από διακόσια χρόνια», κάνοντας ιστορική αναφορά στα γεγονότα του 1902, όταν ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν προβεί σε αποκλεισμό λιμανιών της χώρας.
Παράλληλα, η κυβέρνηση της Βενεζουέλας κατηγορεί τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι «επικυρώνουν με αυτή την ενέργεια τον ρόλο τους ως ο μεγαλύτερος επιτιθέμενος των τελευταίων δύο αιώνων στην περιοχή» και επιβεβαιώνει ότι οι ΗΠΑ «πάντοτε χρησιμοποιούν το ψεύδος για να κατασκευάζουν πολέμους».
Η Βενεζουέλα δηλώνει ότι «ουδέποτε έχει διαρρήξει την παράδοση της ειρηνικής διεθνούς συμπεριφοράς», διατηρεί όμως «το εγγενές δικαίωμα της νόμιμης άμυνας», επικαλούμενη το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, «προκειμένου να προστατεύσει τον πληθυσμό της, την κυριαρχία της και την εδαφική της ακεραιότητα».
Με την επιστολή της, ζητά από το Συμβούλιο Ασφαλείας:
- να συγκαλέσει επειγόντως έκτακτη συνεδρίαση για να εξετάσει «τις πράξεις επιθετικότητας των Ηνωμένων Πολιτειών»,
- να καταδικάσει την εν λόγω επιθετικότητα,
- να απαιτήσει την άμεση παύση των επιθέσεων και
- να εξετάσει «τα αναγκαία μέτρα, ώστε η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να λογοδοτήσει για τα εγκλήματα επιθετικότητας».

