Στην αναγνώριση της ναυτιλιακής ισχύος της Ελλάδας από τις Ηνωμένες Πολιτείες και στην ένταξη της ναυτιλίας, για πρώτη φορά, στον Στρατηγικό Διάλογο των δύο χωρών αναφέρθηκε ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Βασίλης Κικίλιας, κατά την ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής.

Ο υπουργός υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διατηρεί την πρωτοκαθεδρία της στην παγκόσμια ναυτιλία, με τον ελληνόκτητο στόλο να αντιπροσωπεύει το 20% της παγκόσμιας χωρητικότητας, επισημαίνοντας ότι η ναυτιλιακή αυτή δύναμη αναγνωρίζεται πλέον και σε επίπεδο στρατηγικής συνεργασίας με τις ΗΠΑ.

«Η Ελλάδα είναι το μεγαλύτερο ναυτικό έθνος. Είμαστε περήφανοι για τη ναυτοσύνη μας», δήλωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες, που είναι υπερδύναμη, αναγνώρισαν τη ναυτιλιακή δύναμη της χώρας μας και ενέταξαν για πρώτη φορά, σε συνεργασία με εμάς, τη ναυτιλία στον Στρατηγικό Διάλογο των δύο χωρών».

Η συμφωνία για τους ναυτικούς και ο ρόλος της Ελλάδας στον ΟΗΕ

Ο κ. Κικίλιας στάθηκε ιδιαίτερα στο πρακτικό αποτέλεσμα αυτής της συνεργασίας, αναφερόμενος στην υπογραφή συμφωνίας για την αναγνώριση των πιστοποιητικών των ναυτικών, στο πλαίσιο της διεθνούς Σύμβασης STCW, η οποία αφορά τα πρότυπα εκπαίδευσης, πιστοποίησης και τήρησης φυλακών των ναυτικών.

«Είναι μια συμφωνία που αφορά τη Σύμβαση STCW και χαίρομαι που την υπογράψαμε», σημείωσε, παρουσιάζοντάς την ως συγκεκριμένο αποτέλεσμα της ελληνοαμερικανικής συνεργασίας στον ναυτιλιακό τομέα.

Παράλληλα, ο υπουργός αναφέρθηκε στον ρόλο της Ελλάδας ως μη μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, δίνοντας έμφαση στις πρωτοβουλίες της χώρας για τη θαλάσσια ασφάλεια και την ελευθερία της ναυσιπλοΐας.

Όπως επισήμανε, η ελληνική παρουσία στο Συμβούλιο Ασφαλείας συνδέεται με την προώθηση προτεραιοτήτων που αφορούν τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, την προστασία των θαλάσσιων μεταφορών και την ασφάλεια των ναυτιλιακών υποδομών.

Σύμφωνα με τον κ. Κικίλια, οι συγκεκριμένες προτεραιότητες αναδεικνύουν τη σημασία της ελληνικής ναυτιλίας τόσο για την παγκόσμια οικονομία όσο και για τη διεθνή ασφάλεια.