Δεν είναι πια «κακές μετρήσεις». Δεν είναι «επικοινωνιακό λάθος». Δεν είναι «συγκυρία». Όταν όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν την ίδια εικόνα, τότε μιλάμε για τάση.

Και η τάση για το ΠΑΣΟΚ είναι μία: στασιμότητα που μετατρέπεται σε κατήφορο. Το κόμμα που πριν από λίγους μήνες μιλούσε για «επιστροφή» και «δεύτερο πόλο εξουσίας», σήμερα παλεύει απλώς να μη χάσει κι άλλο έδαφος. Αντί να κεφαλαιοποιήσει τη φθορά της κυβέρνησης, χάνει οξυγόνο. Κι ενώ θα μπορούσε να εμφανιστεί ως εναλλακτική λύση, κατέληξε να θυμίζει πολιτικό συμπλήρωμα. Με άλλα λόγια, δεν άλλαξαν – και βούλιαξαν.

Το κλίμα αποτυπώθηκε καθαρά στο Ηράκλειο, όπου ο στενός συνεργάτης του προέδρου, Σταύρος Τζεδάκης, εξαπέλυσε επιθέσεις κατά μέσων ενημέρωσης, εταιρειών δημοσκοπήσεων και εσωκομματικών επικριτών, καταγγέλλοντας περίπου συνωμοσίες. Μόνο που στην πολιτική, όταν αρχίζεις να πυροβολείς τους… μετρητές, συνήθως έχεις ήδη χάσει τη μάχη με την κοινωνία. Διότι δεν είναι οι δημοσκοπήσεις το πρόβλημα, το πρόβλημα είναι ότι επιβεβαιώνονται.

Στελέχη της Χαριλάου Τρικούπη παραδέχονται κατ’ ιδίαν αυτό που ψιθυρίζεται παντού: το ΠΑΣΟΚ έχει χάσει την πολιτική του ταυτότητα. Η κατά καιρούς σύμπλευση με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, τον Αλέξη Χαρίτση και γενικότερα η ρητορική «αντιδεξιού μετώπου» έχει δημιουργήσει την εικόνα ενός κόμματος που δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά από τον χώρο της ριζοσπαστικής διαμαρτυρίας. Όχι σοσιαλδημοκρατία διακυβέρνησης. Αλλά ένας «πράσινος ΣΥΡΙΖΑ».

Και αυτό τρομάζει το μεσαίο ακροατήριο, χωρίς να κερδίζει το πιο ριζοσπαστικό. Το αποτέλεσμα αυτής της τακτικής είναι ένα διπλό πλήγμα: διαρροές προς τη ΝΔ για «σταθερότητα» και προς τα αριστερά για «καθαρό λόγο». Το ΠΑΣΟΚ μένει στη μέση. Χωρίς ρεύμα, χωρίς αφήγημα, χωρίς δυναμική.

Το επικείμενο Συνέδριο, αντί να λειτουργεί ως αφετηρία ανασύνταξης, εξελίσσεται σε πεδίο εσωκομματικού πολέμου.
Σύμφωνα με πληροφορίες, σε κλειστές συσκέψεις έχουν ακουστεί εισηγήσεις για «πειθαρχικά μέτρα» και «καθαρό τοπίο», ακόμη και για διαγραφές στελεχών που αμφισβητούν ανοιχτά τη γραμμή της ηγεσίας. Τα ονόματα που συζητούνται μόνο τυχαία δεν είναι: Δούκας και Γερουλάνος. Μια τέτοια κίνηση, βεβαίως, θα ισοδυναμούσε με πολιτική αυτοχειρία, καθώς θα μετέτρεπε το Συνέδριο σε εμφύλιο.

Οι «ρουκέτες» Δούκα

Την ίδια στιγμή, ο Χάρης Δούκας συνεχίζει συστηματικά να αποδομεί τη στρατηγική της ηγεσίας. Με άρθρο του στην «Εφημερίδα των Συντακτών» είπε το αδιανόητο για κόμμα που φιλοδοξεί να κυβερνήσει: «Η κοινωνία δεν μας έχει τόσο ανάγκη όπως εμείς θα θέλαμε». Φράση που συνιστά ταυτόχρονα ομολογία και καμπανάκι, ενώ περιγράφει όλη την κρίση. Γιατί αν η κοινωνία δεν σε χρειάζεται, τότε απλώς δεν υπάρχεις πολιτικά.

Το ΠΑΣΟΚ δεν χάνει επειδή το πολεμούν οι άλλοι. Χάνει επειδή δεν πείθει, δεν συγκρούεται, δεν ρισκάρει, δεν εμπνέει.
Μοιάζει περισσότερο με μηχανισμό ισορροπιών μεταξύ «βαρόνων» παρά με ζωντανό πολιτικό οργανισμό.

Και όταν ένα κόμμα ασχολείται περισσότερο με το ποιος θα ελέγξει τον κομματικό περιβάλλον, παρά με το πώς θα κερδίσει την κοινωνία, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο.

Η πολιτική δεν συγχωρεί τη μετριότητα. Τα κόμματα δεν πεθαίνουν από τους αντιπάλους τους. Πεθαίνουν όταν φοβούνται να αλλάξουν. Αν το ΠΑΣΟΚ συνεχίσει να ισορροπεί ανάμεσα σε όλους και τελικά να μην πείθει κανέναν, τότε το Συνέδριο δεν θα είναι επανεκκίνηση. Θα είναι η επίσημη καταγραφή της παρακμής. Και οι «βαρόνοι» δεν θα χρειαστεί να τραβήξουν τη σκανδάλη. Το κόμμα θα έχει αυτοπυροβοληθεί.

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από λέξεις. Το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ δεν είναι οι δημοσκοπήσεις, ούτε τα ΜΜΕ ούτε οι αντίπαλοι. Το πρόβλημα είναι ότι η κοινωνία απλώς δεν το θεωρεί αναγκαίο, δεν το περιμένει, δεν το εμπιστεύεται.

Ένα κόμμα που κάποτε διεκδικούσε την εξουσία, σήμερα παλεύει να δικαιολογήσει την ύπαρξή του.

Κι όταν η πολιτική καταντά διαχείριση μηχανισμών, εσωκομματικά μαχαιρώματα και ανακύκλωση προσώπων, η κατάληξη είναι πάντα η ίδια: η συρρίκνωση γίνεται συνήθεια και η ήττα κανονικότητα. Το Συνέδριο δεν θα κρίνει απλώς την ηγεσία. Θα κρίνει αν το ΠΑΣΟΚ θέλει να ξαναγίνει κόμμα εξουσίας ή αν έχει συμβιβαστεί με τον ρόλο του μικρού, φοβικού συμπληρώματος. Στην πολιτική υπάρχει ένας αμείλικτος κανόνας: Όποιος δεν αλλάζει, βουλιάζει.

Και όποιος βουλιάζει αργά, στο τέλος ξεχνιέται.