Υπάρχουν πολιτικές στιγμές που δεν αφήνουν περιθώριο για παρερμηνείες.

Όταν ακούγεται στη Βουλή η φράση: «Εκλεγμένοι βουλευτές, συγγενείς θυμάτων, υπάρχουν στη δική σας παράταξη. Και πάνω σε ένα θύμα τρομοκρατίας, τον Παύλο Μπακογιάννη, έχουν χτιστεί πολιτικές καριέρες», δεν πρόκειται για μια απλή αιχμή. Πρόκειται για ευθεία προσβολή της ιστορικής μνήμης.

Η τοποθέτηση της Ζωής Κωνσταντοπούλου έγινε χθες, 12 Φεβρουαρίου, σε μια θυελλώδη αντιπαράθεση με τον Άδωνι Γεωργιάδη και τη Νίκη Κεραμέως. Οι υψηλοί τόνοι, οι προσωπικοί χαρακτηρισμοί και η γενικευμένη ένταση κυριάρχησαν στη συνεδρίαση. Ο χαρακτηρισμός «άθλιο υποκείμενο» προς τον υπουργό Υγείας προκάλεσε σάλο, με αποτέλεσμα η ουσία να περάσει σχεδόν απαρατήρητη. Κι όμως, η ουσία ήταν εκεί: στη βαριά σκιά που έριξε πάνω στη μνήμη ενός δολοφονημένου βουλευτή.

Ο Παύλος Μπακογιάννης δολοφονήθηκε το 1989 από τη 17 Νοέμβρη. Υπήρξε σύμβολο πολιτικής συνεννόησης σε μια εποχή βαθιάς πόλωσης. Η αναφορά σε «καριέρες» που δήθεν οικοδομήθηκαν πάνω στον θάνατό του δεν αποτελεί πολιτική επιχειρηματολογία, είναι υπαινιγμός που ακουμπά τα όρια της ηθικής απαξίωσης.

Η συγκεκριμένη δήλωση δεν ήρθε εν κενώ. Αποτελεί συνέχεια της έντονης διαμαρτυρίας της τον Μάιο του 2025 για την ονοματοδοσία της αίθουσας 168 της Βουλής σε «Παύλος Μπακογιάννης». Τότε είχε κάνει λόγο για «ρουσφέτι» και είχε επιχειρήσει συγκρίσεις με άλλες προσωπικότητες της σύγχρονης ιστορίας, επιχειρώντας να εντάξει ακόμη και αυτόν τον συμβολισμό σε μια ευρύτερη καταγγελία.

Η πολιτική αντιπαράθεση είναι θεμιτή. Η κριτική στις κυβερνητικές επιλογές επίσης. Όμως η μετατροπή ενός θύματος τρομοκρατίας σε όχημα υπονοούμενων για «καριέρες» αποκαλύπτει μια διαφορετική λογική: τη λογική της διαρκούς σύγκρουσης, της σκηνοθετημένης έντασης, του πολιτικού θεάματος.

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει επιλέξει να πολιτεύεται μέσα στην τοξικότητα. Όμως υπάρχουν όρια που δεν προσπερνιούνται χωρίς κόστος. Και όταν αυτά τα όρια αφορούν τη μνήμη ενός νεκρού, η ευθύνη είναι βαριά και απολύτως προσωπική.