Η νέα μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο πίεσης στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αποτελεί μια ακόμη υπενθύμιση ότι το Μεταναστευτικό έχει πλέον μετατραπεί σε πεδίο γεωπολιτικού ανταγωνισμού, εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης και, ολοένα συχνότερα, ζητήματος εθνικής ασφάλειας.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι εξελίξεις προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις απέναντι στην κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ από αρκετούς Ευρωπαίους ηγέτες (ανάμεσά τους και ο Κυριάκος Μητσοτάκης), οι οποίοι κατηγόρησαν τη Μαδρίτη ότι η πολιτική της λειτουργεί ως παράγοντας έλξης νέων μεταναστευτικών ροών και δημιουργεί επιπτώσεις για ολόκληρη την Ευρώπη.

Η στροφή από το ανθρωπιστικό μοντέλο στην προστασία των συνόρων

Η συζήτηση αυτή αποκαλύπτει μια βαθύτερη μεταβολή.

Για χρόνια, η Ευρώπη αντιμετώπιζε το Μεταναστευτικό κυρίως ως ανθρωπιστικό ή κοινωνικό ζήτημα.

Σήμερα, ολοένα περισσότερες κυβερνήσεις το προσεγγίζουν μέσα από το πρίσμα της ασφάλειας, της προστασίας των συνόρων και της αντιμετώπισης υβριδικών απειλών.

Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται τόσο στη σκλήρυνση της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής όσο και στις αυξανόμενες διαφωνίες μεταξύ των κρατών μελών για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν οι μαζικές παράτυπες αφίξεις.

Η διασύνδεση με ισλαμιστικά δίκτυα

Η διάσταση αυτή γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν το μεταναστευτικό διασταυρώνεται με την ιδεολογική και οργανωτική δράση ισλαμιστικών δικτύων στην Ευρώπη.

Τα τελευταία χρόνια, ευρωπαϊκές υπηρεσίες ασφαλείας, κυβερνήσεις και ερευνητικά κέντρα έχουν επισημάνει ότι οργανώσεις, που εμφανίζονται ως φιλανθρωπικές ή με σκοπό την εκπαιδευση ή υπερασπιστές των δικαιωμάτων των μεταναστών συνδέονται, σε ορισμένες περιπτώσεις, με το ευρύτερο ιδεολογικό περιβάλλον της διαβόητης Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Η εικόνα αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε μουσουλμανική οργάνωση ή κάθε ΜΚΟ αποτελεί μέρος ενός τέτοιου δικτύου.

Αντίθετα, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφεύγονται γενικεύσεις που αδικούν τη μεγάλη πλειονότητα των μουσουλμανικών κοινοτήτων και των οργανώσεων που λειτουργούν νόμιμα και ανεξάρτητα.

Ωστόσο, εξίσου επικίνδυνη θα ήταν και η αντίθετη υπεραπλούστευση, δηλαδή η άρνηση ότι υπάρχουν οργανωμένες προσπάθειες αξιοποίησης του Μεταναστευτικού για ιδεολογική επιρροή ή πολιτική διείσδυση.

Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ανοίξει τα τελευταία χρόνια δημόσιες συζητήσεις γύρω από τη χρηματοδότηση ισλαμιστικών δικτύων, τη λειτουργία παράλληλων κοινωνικών δομών και την επιρροή οργανώσεων που προωθούν έναν ακραίο πολιτικό λόγο και όχι απλώς έναν θρησκευτικό.

Η εργαλειοποίηση των ροών ως υβριδική απειλή

Παράλληλα, ολοένα περισσότεροι αναλυτές επισημαίνουν ότι η παράτυπη μετανάστευση μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τρίτες χώρες ως εργαλείο άσκησης πίεσης προς την ΕΕ.

Η εμπειρία από τα γεγονότα στον Έβρο το 2020, η κρίση στα σύνορα Πολωνίας-Λευκορωσίας και οι επαναλαμβανόμενες εντάσεις στη Θέουτα και τη Μελίγια έχουν ενισχύσει την αντίληψη ότι οι μεταναστευτικές ροές μπορούν να αποκτήσουν χαρακτηριστικά υβριδικής απειλής όταν εργαλειοποιούνται για την εξυπηρέτηση γεωπολιτικών στόχων.

Η διπλή πρόκληση της Ευρώπης

Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια δύσκολη ισορροπία.

Οφείλει να προστατεύσει το δικαίωμα στο άσυλο για όσους πραγματικά διώκονται, χωρίς όμως να επιτρέπει την ανεξέλεγκτη παράτυπη μετανάστευση, την εργαλειοποίηση ανθρώπινων ζωών από τρίτες χώρες ή την ανάπτυξη δικτύων που επιδιώκουν να εκμεταλλευθούν τα δημοκρατικά της ανοίγματα για ακραίους πολιτικούς και ιδεολογικούς σκοπούς.

Η Θέουτα υπενθυμίζει ότι το Μεταναστευτικό δεν αποτελεί πλέον μόνο πρόβλημα διαχείρισης συνόρων.

Είναι ταυτόχρονα δοκιμασία της ευρωπαϊκής συνοχής, της ασφάλειας και της ικανότητας των δημοκρατιών να υπερασπίζονται τις αξίες τους χωρίς να υπονομεύουν την ίδια τους την ασφάλεια.

Και αυτή είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση.