Οι πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ για ενδεχόμενη απόκτηση της Γροιλανδίας αναζωπύρωσαν τους φόβους στους κόλπους του ΝΑΤΟ σχετικά με το κατά πόσο η Ευρώπη διαθέτει την ικανότητα να εξοπλιστεί και να αμυνθεί χωρίς την άμεση στρατιωτική στήριξη των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με ανάλυση της Wall Street Journal, η επικρατούσα εκτίμηση αναλυτών και αξιωματούχων συγκλίνει στο συμπέρασμα πως η Ευρώπη μπορεί να το καταφέρει, αλλά όχι στον παρόντα χρόνο.

Η αμυντική βιομηχανία σε φάση ταχείας παραγωγής

Η άλλοτε δυσκίνητη ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία έχει μπει πλέον σε τροχιά ταχείας παραγωγής, κατασκευάζοντας drones, άρματα μάχης, πυρομαχικά και προηγμένα οπλικά συστήματα με ρυθμούς που είχαν να καταγραφούν από τον Ψυχρό Πόλεμο.

Η ανάγκη επανεξοπλισμού προκύπτει τόσο από τη ρωσική επιθετικότητα, όσο και από τις αυξανόμενες πολιτικές αποστάσεις με την Ουάσιγκτον. Παρ’ όλα αυτά, η πλήρης αντικατάσταση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη εκτιμάται ότι θα κοστίσει περίπου $1 τρισ., σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών.

Κρίσιμα κενά και εξαρτήσεις

Παρά την πρόοδο, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις σε τομείς-κλειδιά όπως:

  • μαχητικά αεροσκάφη stealth
  • πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς
  • δορυφορικές πληροφορίες και συστήματα cloud

Είναι πασιφανές πως η κατακερματισμένη δομή της ευρωπαϊκής βιομηχανίας παραμένει σημαντικό μειονέκτημα έναντι της αμερικανικής αμυντικής μηχανής, η οποία υποστηρίζεται από τον μεγαλύτερο στρατιωτικό προϋπολογισμό στον κόσμο.

Οι διατλαντικές εντάσεις, όχι μόνο για τη Γροιλανδία, αλλά και για την Ουκρανία, εντείνουν την ανησυχία ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να περιορίσουν:

  • την παροχή οπλικών συστημάτων
  • ή ακόμη και τη χρήση ήδη αγορασμένων όπλων

Σε αυτό το πλαίσιο, ευρωπαίοι αξιωματούχοι μιλούν πλέον ανοιχτά για την ανάγκη δημιουργίας ενός «ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ», ικανού να καλύψει στρατηγικές υποδομές όπως οι δορυφόροι και οι πληροφορίες πεδίου μάχης.

Ραγδαία αύξηση δαπανών και παραγωγής

Η Ευρώπη κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση στρατιωτικών δαπανών από τον Ψυχρό Πόλεμο, φτάνοντας τα $560 δισ. το 2023,  διπλάσιες σε σχέση με πριν από μία δεκαετία.

Να σημειωθεί δε πως μέχρι το 2035, οι ευρωπαϊκές δαπάνες εξοπλισμών αναμένεται να φτάσουν το 80% των αντίστοιχων του Πενταγώνου, από λιγότερο από 30% το 2019.

Αυτή η εξέλιξη ενδέχεται να έχει σημαντικές συνέπειες για τον αμυντικό τομέα των ΗΠΑ, εφόσον η Ευρώπη επιλέξει να στραφεί περισσότερο σε εγχώρια οπλικά συστήματα. Σύμφωνα με την ερευνητική ομάδα Agency Partners με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, η ευρωπαϊκή αγορά αντιστοιχεί έως και στο 10% των συνολικών εσόδων των αμερικανικών αμυντικών βιομηχανιών.

Ενδεικτικό της κατεύθυνσης που διαμορφώνεται είναι το γεγονός ότι η γερμανική Rheinmetall έχει θέσει σε λειτουργία ή κατασκευάζει 16 νέα εργοστάσια μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022. Παράλληλα, ο ιταλικός αμυντικός όμιλος Leonardo αύξησε το ανθρώπινο δυναμικό του σχεδόν κατά 50%, φτάνοντας τους 64.000 εργαζόμενους μέσα σε μόλις δύο χρόνια.

Την άνοιξη του προηγούμενου έτους, η MBDA, ο μεγαλύτερος κατασκευαστής πυραύλων στην Ευρώπη, είχε τη δυνατότητα να παράγει 40 πυραύλους αεράμυνας μικρού βεληνεκούς Mistral τον μήνα, από μόλις 10 πριν τον πόλεμο, ενώ ταυτόχρονα διπλασίασε την παραγωγή αντιαρματικών πυραύλων, φτάνοντας επίσης τους 40 μηνιαίως.

Την ίδια στιγμή, κατασκευαστές drones, όπως η Twentyfour Industries, κάνουν την εμφάνισή τους σε ολόκληρη την ήπειρο. Μάλιστα, μια μικρή βαλτική χώρα, η Εσθονία, έχει αναδειχθεί σε παγκόσμιο πρωτοπόρο στην παραγωγή χερσαίων μη επανδρωμένων συστημάτων.

Σε ορισμένους τομείς, η ευρωπαϊκή παραγωγή έχει ήδη ξεπεράσει την αμερικανική. Η Rheinmetall, για παράδειγμα, αναμένεται σύντομα να παράγει έως και 1,5 εκατομμύριο βλήματα πυροβολικού 155 χιλιοστών ετησίως, αριθμό μεγαλύτερο από τη συνολική παραγωγή της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας.

Η Ευρώπη κατασκευάζει σχεδόν αποκλειστικά τα δικά της τεθωρακισμένα οχήματα, με το γερμανικό Leopard να συγκαταλέγεται στα πιο δημοφιλή άρματα μάχης παγκοσμίως. Παράλληλα, η ήπειρος παράγει πλοία και υποβρύχια, τα οποία πωλούνται διεθνώς σε μεγαλύτερους αριθμούς από τα αντίστοιχα αμερικανικά.

Υπάρχουν ήδη ενδείξεις στροφής ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών προς εγχώρια όπλα. Την περίοδο 2020–2024, το 79% των αμυντικών εισαγωγών της Δανίας προερχόταν από τις ΗΠΑ. Ωστόσο, το περασμένο έτος, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ αύξησε την πολιτική πίεση για την πώληση της Γροιλανδίας, πάνω από το 50% των αγορών όπλων της χώρας προήλθε από την Ευρώπη, αν και η Κοπεγχάγη αρνήθηκε ότι επρόκειτο για σκόπιμη επιλογή.

Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τον Pieter Wezeman από το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης, δεν έχει ακόμη φτάσει η καθοριστική στιγμή μιας πλήρους ευρωπαϊκής απεξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι άμυνας εκφράζουν ανησυχία ότι οι ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες δεν κινούνται με την απαιτούμενη ταχύτητα, ιδίως στον κρίσιμο τομέα της αεροδιαστημικής. Η γαλλική Dassault, για παράδειγμα, έχει ανεκτέλεστο υπόλοιπο 220 μαχητικών Rafale. Πέρυσι παρήγαγε δύο αεροσκάφη τον μήνα, με κάθε μονάδα να απαιτεί έως και τρία χρόνια για να ολοκληρωθεί, ενώ για το τρέχον έτος προβλέπεται αύξηση σε τρία μηνιαίως.

Το γεγονός ότι η Πολωνία στρέφεται στην Νότια Κορέα για την προμήθεια όπλων δείχνει, σύμφωνα με τον Μαρκ Ρούτε, γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ, ότι τόσο η Ευρώπη όσο και οι ΗΠΑ δεν αυξάνουν την αμυντική παραγωγή με τον ρυθμό που απαιτούν οι συνθήκες.

Ο Ρομπέρτο Τσινγκολάνι, διευθύνων σύμβουλος της Leonardo, υπογραμμίζει ότι βασικό εμπόδιο για τον ταχύτερο ευρωπαϊκό επανεξοπλισμό είναι ο κατακερματισμός. Όπως σημειώνει, κάθε χώρα επιδιώκει να διατηρεί δικά της άρματα μάχης, αεροσκάφη και πλοία, γεγονός που οδηγεί σε διασπορά επενδύσεων, έρευνας και ανάπτυξης, αλλά και προμηθειών, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα.

Παράλληλα, καταγράφονται σοβαρά κενά παραγωγικών δυνατοτήτων. Η Ευρώπη απέχει τουλάχιστον δέκα χρόνια από την κατασκευή ενός μαχητικού stealth που να παράγεται εξ ολοκλήρου σε ευρωπαϊκό έδαφος. Στο μεταξύ, πολλές από τις 13 ευρωπαϊκές χώρες που έχουν αποκτήσει ή παραγγείλει το αμερικανικό F-35 συνεχίζουν να ενισχύουν τους στόλους τους.

Η ήπειρος υστερεί επίσης έναντι των ΗΠΑ στον τομέα των δορυφορικών πληροφοριών, βασιζόμενη σε μεγάλο βαθμό σε αμερικανικές εταιρείες για την επεξεργασία δεδομένων πεδίου μάχης μέσω cloud. Παρά το γεγονός ότι η Γερμανία υπήρξε πρωτοπόρος στους βαλλιστικούς πυραύλους πριν από περισσότερα από 80 χρόνια, η Ευρώπη διαθέτει σήμερα ελάχιστη παραγωγή τόσο αυτού του τύπου όπλων όσο και πυραύλων πολύ μεγάλου βεληνεκούς.

Η αμερικανική αντιπυραυλική άμυνα μεγάλου βεληνεκούς εξακολουθεί να αποτελεί το σύστημα επιλογής για τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Αντίστοιχα, αν και η Ουκρανία έχει περιορίσει την εξάρτησή της από τα αμερικανικά όπλα, τα συστήματα αεράμυνας Patriot θεωρούνται ανεκτίμητα, με τη χώρα να δυσκολεύεται να εξασφαλίσει επαρκείς αναχαιτιστές, όπως σημειώνει ο Μικόλα Μπιέλιεσκωφ από την ουκρανική ΜΚΟ Come Back Alive.

Προκειμένου να καλυφθούν αυτές οι αδυναμίες, αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη δρομολογήσει νέα προγράμματα. Βρίσκονται σε εξέλιξη έργα για την παραγωγή πυραύλων με βεληνεκές άνω των 1.000 μιλίων μετά το 2030, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο δημιούργησε πρόσφατα τον δικό του στρατιωτικό δορυφορικό στόλο, μειώνοντας την προηγούμενη εξάρτησή του από τις ΗΠΑ. Παράλληλα, περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες στέλνουν νέους δορυφόρους στο διάστημα, με τον Εμανουέλ Μακρόν να δηλώνει ότι πλέον τα δύο τρίτα των δορυφορικών πληροφοριών της Ουκρανίας προέρχονται από τη Γαλλία.

Όπως συνοψίζει ο Μάθιου Σάβιλ από το Royal United Services Institute, η Ευρώπη μπορεί να εξοπλιστεί μόνη της, αλλά αυτό απαιτεί χρόνο. Ο όγκος παραγωγής δεν έχει ακόμη φτάσει στο επιθυμητό επίπεδο και, σε ορισμένους τομείς, τα ευρωπαϊκά όπλα δεν διαθέτουν ακόμη την ίδια ποιοτική υπεροχή.