Η εικόνα που αναδύεται από τα επίσημα στοιχεία για την πορεία της αγοράς το 2025 αποτυπώνει ανάγλυφα τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το λιανικό εμπόριο.
Παρά τη γενικότερη συζήτηση περί οικονομικής σταθερότητας, η καρδιά της ελληνικής οικονομίας εκπέμπει σήματα κόπωσης και σοβαρών δυσκολιών. Η ανάλυση του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ για το περασμένο έτος αποκαλύπτει μια σκληρή πραγματικότητα: ο πραγματικός τζίρος, απαλλαγμένος από την πλασματική άνοδο που προκαλεί ο πληθωρισμός, κινήθηκε υπό του μηδενός.
Για δεύτερη χρονιά στη σειρά, ο κλάδος που αποτελεί τον μεγαλύτερο εργοδότη της χώρας βλέπει τα μεγέθη του να συρρικνώνονται. Η οριακή πτώση κατά 0,4% σε πραγματικές τιμές μπορεί να φαντάζει μικρή ως ποσοστό, όμως στο εσωτερικό της κρύβει μια βαθιά ανισορροπία που απειλεί τη βιωσιμότητα χιλιάδων μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων.
Έλλειψη ρευστότητας
Το πλέον ανησυχητικό εύρημα της ανάλυσης της ΕΣΕΕ είναι η επανεμφάνιση των ακάλυπτων επιταγών στην αγορά κατά τους τελευταίους μήνες του 2025. Το γεγονός λειτουργεί ως αδιάψευστος μάρτυρας της βαθιάς έλλειψης ρευστότητας που πλήττει το εμπόριο.
Το φαινόμενο αυτό εντοπίζεται κυρίως σε κλάδους με χαμηλά περιθώρια κέρδους, όπου η αδυναμία των καταναλωτών να στηρίξουν την αγορά μεταφράζεται άμεσα σε αδυναμία των εμπόρων να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους προς τους προμηθευτές.
Παρόλο που η κατάσταση δεν έχει φτάσει ακόμη στα επίπεδα της δεκαετούς οικονομικής κρίσης, η αύξηση των απλήρωτων αξιογράφων δημιουργεί μια επικίνδυνη αλυσιδωτή αντίδραση στην αγορά.
Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, μιλώντας στο «Μανιφέστο», κρούει τον κώδωνα του κινδύνου εστιάζοντας σε δύο φαινόμενα που υποδηλώνουν τη σοβαρότητα της κατάστασης: τη γενικευμένη στενότητα στην αγορά και την επανεμφάνιση των ακάλυπτων επιταγών. «Η ανάλυση επιβεβαιώνει τις προειδοποιήσεις μας ότι το 2025 αποτέλεσε έτος συρρίκνωσης για το λιανικό εμπόριο σε πραγματικούς όρους. Η μείωση του τζίρου είναι πιο αισθητή στις μικρές και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, κλονίζοντας τη βιωσιμότητά τους», τονίζει ο κ. Καφούνης.
Η διαφοροποίηση αυτή είναι καθοριστική. Ενώ οι μεγάλες αλυσίδες κατάφεραν να ενισχύσουν τις πωλήσεις τους, οι μικρομεσαίοι παλεύουν με το υπέρογκο λειτουργικό κόστος και τη μειωμένη αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Το ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι ακόμη και η αύξηση του ονομαστικού τζίρου είναι η χαμηλότερη που έχει καταγραφεί από το 2020. Αυτό σημαίνει ότι το εμπόριο δεν επιβιώνει πλέον ούτε μέσα από τις αυξημένες τιμές. Οι καταναλωτές, πιεσμένοι από το κόστος διαβίωσης, περιορίζουν τις δαπάνες τους στα απολύτως απαραίτητα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η εγχώρια κατανάλωση, αλλά και το πλεόνασμα από τις τουριστικές εισπράξεις κατευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά στον κλάδο των τροφίμων, αφήνοντας το υπόλοιπο λιανεμπόριο –και κυρίως την ένδυση και την υπόδηση– σε κατάσταση αναμονής.
Η έλλειψη ρευστότητας δεν είναι πλέον μια θεωρητική εκτίμηση, αλλά μια καθημερινή εμπειρία που καταγράφεται στους αριθμούς. Η σταδιακή αύξηση των κλειστών καταστημάτων και, κυρίως, η επιστροφή των ακάλυπτων επιταγών αποτελούν τα πιο σκοτεινά σημάδια της περιόδου.
Χρειάζονται άμεσα μέτρα
«Η επανεμφάνιση των ακάλυπτων επιταγών στην αγορά, και ιδιαίτερα σε κλάδους με χαμηλά περιθώρια κέρδους, υπογραμμίζει τη στενότητα ρευστότητας και απαιτεί τη λήψη άμεσων μέτρων. Αν και τα μεγέθη δεν θυμίζουν την περίοδο της μεγάλης κρίσης, η άνοδος αυτών των επιταγών επιταχύνθηκε τους τελευταίους μήνες του 2025», σημειώνει ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ και συμπληρώνει ότι «όταν οι επιχειρήσεις αδυνατούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους προς τους προμηθευτές, δημιουργείται μια αλυσιδωτή αντίδραση που ναρκοθετεί ολόκληρη την αγορά.
Η καρδιά του παραδοσιακού εμπορίου, όπως η ένδυση και η υπόδηση, είδε τις πραγματικές πωλήσεις να βυθίζονται, επιβεβαιώνοντας ότι το διαθέσιμο εισόδημα έχει περιοριστεί δραστικά».
Οι προτάσεις των εμπόρων προς την κυβέρνηση
Η ΕΣΕΕ ζητά επίσημα την άμεση επαναφορά του μέτρου των 120 δόσεων για οφειλές προς το Δημόσιο, διευκόλυνση της πρόσβασης σε χρηματοδοτικά εργαλεία, ειδικά για τον ψηφιακό μετασχηματισμό, ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών με βιώσιμο τρόπο που θα προστατεύει τον υγιή ανταγωνισμό.
Άλλωστε, στην έκθεση του ΙΝΕΜΥ της ΕΣΕΕ επισημαίνεται η ανάγκη για ένα νέο μοντέλο που θα διασυνδέει το εμπόριο με τον τουρισμό και την αγροδιατροφή, παράλληλα με την ελάφρυνση των βαρών, ενώ το 2026 πρέπει να είναι το έτος της αναθέρμανσης, προκειμένου ο μαραθώνιος της επιβίωσης για τον Έλληνα έμπορο να οδηγήσει σε ένα βιώσιμο μέλλον.


