Η χθεσινή εμφάνιση της Μαρίας Καρυστιανού στο «Ολύμπιον» είχε κάτι από πολιτικό μνημόσυνο και κάτι από αντισυστημική παράσταση της δεκαετίας του 2010.
Πολύ συναίσθημα, πολλή καταγγελία, αρκετή οργή και σχεδόν καθόλου πολιτική ουσία. Όποιος περίμενε ένα νέο πολιτικό σχέδιο για τη χώρα, άκουσε τελικά μια σειρά από γενικόλογες διακηρύξεις που θα μπορούσαν να βρίσκονται στο πρόγραμμα οποιουδήποτε κόμματος διαμαρτυρίας των τελευταίων τριάντα ετών.
Το πρώτο που πρόσεξε κανείς δεν ήταν καν η ομιλία. Ήταν το ακροατήριο. Η σύνθεση του κόσμου μέσα στην αίθουσα έδειχνε καθαρά προς ποια κατεύθυνση επιχειρεί να κινηθεί το νέο εγχείρημα.
Αντισυστημική δεξιά, θεωρίες καταδίωξης, πρόσωπα από τον χώρο των «αγανακτισμένων», φανατικοί αντιεμβολιαστές, θρησκόληπτοι κύκλοι και φιγούρες που εδώ και χρόνια περιφέρονται από κόμμα σε κόμμα αναζητώντας νέο πολιτικό καταφύγιο.
Κάποιοι από αυτούς πρωταγωνιστούσαν στις κινητοποιήσεις της πανδημίας και στη ρητορική συνωμοσίας των τελευταίων ετών. Άλλοι είχαν φλερτάρει με τη Χρυσή Αυγή πριν ανακαλύψουν πιο «κομψές» εκδοχές του ίδιου θυμού.
Και κάπου εκεί αρχίζει το πραγματικό ζήτημα. Η κυρία Καρυστιανού δεν παρουσίασε ένα νέο πολιτικό ρεύμα. Επιχείρησε να ενώσει κάτω από μια πιο ανθρώπινη βιτρίνα όλο το διάσπαρτο κοινό της αντισυστημικής αγοράς και όλοι καταλαβαίνουν πλέον ότι εμφανίστηκε μια νέα διεκδικήτρια της ίδιας δεξαμενής αγανάκτησης.
Το εντυπωσιακό είναι ότι, παρά τον θόρυβο των τελευταίων μηνών, ούτε καν το «Ολύμπιον» γέμισε πραγματικά. Μέσα υπήρχε κόσμος. Έξω όμως δεν υπήρχε τίποτα που να θυμίζει λαϊκό ρεύμα. Καμία αυθόρμητη κινητοποίηση, καμία πολιτική έκρηξη. Μια προσεκτικά οργανωμένη εκδήλωση με αρκετές άδειες θέσεις και πολύ μεγαλύτερη δημοσιογραφική προσμονή από πραγματική κοινωνική δυναμική.
Η ίδια η ομιλία κινήθηκε ανάμεσα στο μεσσιανικό ύφος και στις πολιτικές ευχές. Κατάργηση ασυλιών, δικαιοσύνη παντού, ενίσχυση του ΕΣΥ, μείωση φόρων, στήριξη των αδυνάμων, ανάπτυξη, θέσεις εργασίας, πάταξη της αισχροκέρδειας. Όλα μαζί στο μπλέντερ. Χωρίς κόστος, χωρίς σχέδιο, χωρίς εξηγήσεις. Το κλασικό ελληνικό πολιτικό «όλα για όλους», σε νέα συσκευασία.
Η φράση «για να αλλάξεις τα πράγματα χρειάζεσαι εξουσία» αποκάλυψε ίσως περισσότερα από όσα θα ήθελε η ίδια. Για μήνες η δημόσια παρουσία της βασίστηκε στο ηθικό βάρος μιας εθνικής τραγωδίας. Από χθες όμως η συζήτηση αλλάζει. Από τη στιγμή που ιδρύεται κόμμα και δηλώνεται στόχος εξουσίας, η κοινωνία δεν ακούει πλέον μόνο μια μητέρα που ζητεί δικαιοσύνη. Ακούει μια πολιτικό που ζητεί ψήφο.
Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Διότι η πολιτική δεν λειτουργεί με ηθική ασυλία. Δεν αρκεί να καταγγέλλεις τους πάντες ούτε να βαφτίζεις «μαφία» κάθε πολιτικό αντίπαλο για να κυβερνήσεις τη χώρα. Χρειάζεται πρόγραμμα, στελέχη, θεσμική σοβαρότητα και κυρίως επίγνωση της πραγματικότητας. Στο «Ολύμπιον» δεν παρουσιάστηκε τίποτα από αυτά.
Αντιθέτως, είδαμε ένα κόμμα απολύτως προσωποπαγές. Ακόμα και ο τίτλος του κινήματος περιστρέφεται γύρω από το όνομα της ιδρύτριάς του. Αυτό δεν παραπέμπει σε δημοκρατικό πολιτικό φορέα. Παραπέμπει σε πολιτική εταιρεία ειδικού σκοπού. Ένα όχημα προσωπικής δημοφιλίας που επιχειρεί να μετατρέψει τη συγκίνηση σε εκλογικό κεφάλαιο.
Υπήρξαν μάλιστα και στιγμές που η εκδήλωση ξέφυγε σε επικίνδυνες περιοχές. Τα χυδαία συνθήματα περί «μαφίας», η μόνιμη λογική εχθρών και προδοτών, η υποβόσκουσα διάθεση ηθικού εμφυλίου. Όλα αυτά δεν θυμίζουν δημοκρατική ανανέωση. Θυμίζουν την Ελλάδα της τοξικότητας που πλήρωσε ακριβά την εποχή των πλατειών και του εύκολου λαϊκισμού.
Κανείς δεν πρέπει να υποτιμήσει τέτοια φαινόμενα. Ο δεξιός λαϊκισμός έχει κοινωνικό καύσιμο. Υπάρχει θυμός, δυσπιστία και κόπωση. Το ερώτημα είναι αν η κυρία Καρυστιανού μπορεί να εξελιχθεί σε πραγματικό πολιτικό ρεύμα ή αν θα καταλήξει μία ακόμη προσωρινή έκρηξη του αντισυστημικού χώρου. Μέχρι στιγμής, πάντως, περισσότερο μοιάζει να απειλεί τα μικρά κόμματα της διαμαρτυρίας παρά τη Νέα Δημοκρατία.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει απέναντί της μια κοινωνία που ζητεί αποτελεσματικότητα και σταθερότητα. Όχι άλλες κραυγές. Όχι άλλους επαγγελματίες της οργής. Και κυρίως όχι άλλη πολιτική εκμετάλλευση του συλλογικού πόνου.
Γιατί η χώρα έχει ξαναδεί αυτό το έργο. Και γνωρίζει πλέον πολύ καλά πώς τελειώνει.