Το Δίκαιο της ΕΕ σχετικά με εμπορικά μέτρα στο πλαίσιο της κρίσης COVID-19*

68
Pixabay

Η κρίση COVID-19 οδήγησε σε πολλά μέτρα που ελήφθησαν από κράτη και διεθνείς οργανισμούς. Εδώ θέλω να σχολιάσω τα μέτρα που σχετίζονται με το εμπόριο, ιδίως σε μέτρα που περιορίζουν τις εξαγωγές. Ένα κρίσιμο ερώτημα εξακολουθεί να είναι σε ποιο επίπεδο πρέπει να επιδιώκονται μέτρα αλληλεγγύης σε αυτήν την κρίση.

του Στράτου Γεραγώτη

Είναι η καλύτερη λύση εάν τα κράτη ενεργούν από  μόνα τους, επιλέγοντας «εθνική» αλληλεγγύη για τον αντίστοιχο πληθυσμό τους;  Πρέπει η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη να είναι ο στόχος;  Ή μήπως (και μπορεί) να υπάρχει κάτι σαν παγκόσμια αλληλεγγύη υπό το φως μιας παγκόσμιας πανδημίας;  Όμως πριν  θα πρέπει  διερευνήσουμε σε ποιο βαθμό το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο – τόσο το δίκαιο της ΕΕ όσο και το διεθνές εμπορικό δίκαιο – επιτρέπουν ή περιορίζουν μέτρα σε ορισμένα “επίπεδα” αλληλεγγύης. Στη συνέχεια, θα  συγκρίνω  το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο και τις απαιτήσεις του με βάση την τρέχουσα πολιτική και οικονομική συζήτηση.  Απαιτείται βαθύτερος προβληματισμός για να διασφαλιστεί ότι στο μέλλον, το νομικό πλαίσιο για το  εμπόριο θα συμβάλει σε μια αποτελεσματική παγκόσμια απάντηση σε συγκρίσιμες κρίσεις.  Θα εστιάσω μόνον σε κάποια  ιδιαίτερα προβληματικά μέτρα περιορισμού των εξαγωγών.

To νομικό πλαίσιο

Κατά την αξιολόγηση του νομικού πλαισίου, πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ των κανόνων του δικαίου της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ, του δικαίου εξωτερικών σχέσεων της ΕΕ και του διεθνούς νομικού πλαισίου, ιδίως του δικαίου του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) Στο παρόν άρθρο, για λόγους οικονομίας , δεν δύναμαι να παράσχω σε βάθος νομική αξιολόγηση των διαφόρων μέτρων που αναφέρονται στην προηγούμενη ενότητα. Αυτό που στοχεύω είναι μάλλον ένας εντοπισμός των πιο σχετικών νομικών προβλημάτων.

Το  Δίκαιο της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ

Υπάρχουν επίδικοι κανόνες σχετικά με τη νομοθεσία για την εσωτερική αγορά της ΕΕ και τις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ. Ξεκινώντας από το πρώτο, εμπορικά μέτρα όπως περιορισμοί στις εξαγωγές από ένα κράτος μέλος έναντι άλλων κρατών μελών θέτουν πάντα το ζήτημα της παραβίασης των θεμελιωδών ελευθεριών, ιδίως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.

Το Άρθρο  35 της  Συνθήκης  για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)  απαγορεύει ποσοτικούς περιορισμούς στις εξαγωγές και μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος. Ο κανόνας έχει ερμηνευθεί στη νομολογία ότι καλύπτει επίσης αδιακρίτως εφαρμοστέα μέτρα που επηρεάζουν το εξαγωγικό εμπόριο περισσότερο από το εγχώριο εμπόριο.  Αυτό θα καλύπτει, καταρχήν, απαγορεύσεις εξαγωγής, αλλά και απαιτήσεις άδειας εξαγωγής ή αδειοδότησης.

Το Άρθρο  34 της ΣΛΕΕ για ποσοτικούς περιορισμούς στις εισαγωγές και μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε άλλα μέτρα που έλαβαν  τα κράτη μέλη. Για παράδειγμα, η Γαλλία έχει θέσει σε εφαρμογή τις μέγιστες τιμές για απολυμαντικά χεριών. Τέτοια μέτρα εμπίπτουν κατ ‘αρχήν στο άρθρο. 34 της ΣΛΕΕ, ακόμη και αν ορισμένες όπως οι μέγιστες τιμές δικαιολογούνται ευκολότερα από άλλες όπως οι ελάχιστες τιμές. Τουλάχιστον ορισμένα μέτρα, όπως το κλείσιμο καταστημάτων ή οι κανόνες σχετικά με τον τρόπο πώλησης των σχετικών αγαθών, ενδέχεται να εμπίπτουν στη νομολογία  του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου  εάν πληρούν τα κριτήρια και επομένως δεν εμπίπτουν στο άρθρο 34 TFEU.

Ακόμα και όταν τα μέτρα  a priori αντικρουονται με τα Άρθρα 34 ή 35 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) , παραμένει, ωστόσο, η δυνατότητα αιτιολόγησής τους ως απαραίτητων για την προστασία της δημόσιας υγείας βάσει του Άρθ. 36 της  ΣΛΕΕ. Ένα κράτος μέλος που υποβάλλει έναν τέτοιο ισχυρισμό θα πρέπει να παράσχει αποδείξεις σχετικά με την αναλογικότητα ενός μέτρου  αλλά π.χ. Σε περίπτωση πραγματικής επαληθεύσιμης έλλειψης ορισμένων υλικών, η απαγόρευση εξαγωγής μπορεί να κριθεί δικαιολογημένη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο μιας πανδημίας.  Αυτό που μένει να δούμε εδώ είναι σε ποιο βαθμό μια πανδημία θα μπορούσε να προκαλέσει μια  αντιμετώπιση  της δημόσιας υγείας επικεντρωμένη στα κράτη μέλη. Τουλάχιστον η Επιτροπή πρότεινε σε μια ανακοίνωση ότι η ενιαία αγορά θα μπορούσε και πρέπει επίσης να διαβαστεί ως «μέσο αλληλεγγύης για να διασφαλιστεί ότι τα απαραίτητα αγαθά που είναι απαραίτητα για τον μετριασμό της επιδημίας των κινδύνων για την υγεία μπορούν να φτάσουν σε όλους όσους έχουν ανάγκη», επικρίνοντας τους μονομερείς περιορισμούς στα κράτη μέλη κυκλοφορίας των βασικών προμηθειών. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η απαγόρευση των εξαγωγών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από μόνη της, καθώς δεν διασφαλίζει ότι τα είδη που καλύπτονται από αυτήν θα είναι διαθέσιμα για όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη εντός ενός κράτους μέλους. Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν ότι υπάρχουν συνοδευτικά μέτρα όπως έλεγχοι τιμών που θα μπορούσαν να διασφαλίσουν ότι αυτά τα προϊόντα είναι προσιτά. Παρ ‘όλα αυτά, φαίνεται ότι σε συνδυασμό με άλλα μέτρα, μια τέτοια απαγόρευση εξαγωγής μπορεί επομένως να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36 της  Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ΣΛΕΕ. Συνοψίζοντας, φαίνεται ότι παρόλο που μπορεί να αρέσει η φιλοδοξία μιας  ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, όπως ισχύει σήμερα το δίκαιο της εσωτερικής αγοράς, επιτρέπει σε κάθε κράτος μέλος να υπερασπίζεται τον εαυτό του.

Το Δίκαιο της ΕΕ για τις εξωτερικές σχέσεις

Στις εξωτερικές σχέσεις της ΕΕ, τα μέτρα έχουν ουσιαστικά δύο μορφές. Είτε η ΕΕ συνάπτει συμφωνία με χώρα εταίρο είτε ενεργεί μονομερώς στο πλαίσιο της κοινής εμπορικής πολιτικής της, η οποία αποτελεί  αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ. Η ΕΕ συνδέεται στενά με το Λιχτενστάιν, τη Νορβηγία και την Ισλανδία μέσω της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (συμφωνία ΕΟΧ). Όπως πολλές συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου της ΕΕ με τρίτες χώρες,  η συμφωνία ΕΟΧ περιέχει παρόμοιους κανόνες με αυτούς της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( ΣΛΕΕ) , π.χ. όσον αφορά τους περιορισμούς στις εξαγωγές (άρθρο 12 ΕΟΧ), αλλά και όσον αφορά τις αιτιολογήσεις για τους περιορισμούς αυτούς (άρθρο 13 ΕΟΧ). Τα παραπάνω φαίνεται ότι μπορούν να εφαρμοστούν σε αυτό το πλαίσιο περιορισμών στις εξαγωγές από τα κράτη μέλη της ΕΕ έναντι των χωρών της ΕΖΕΣ ΕΟΧ.

Όταν η ΕΕ δεν έχει συμφωνίες, ενεργεί μονομερώς βάσει της Κοινής Εμπορικής Πολιτικής της. Οι κανονισμοί 2015/478 και 2015/479 αφορούν τους κοινούς κανόνες για τις εισαγωγές και τις εξαγωγές, αντίστοιχα. Η Κοινή Εμπορική Πολιτική αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης (άρθρο 3, παράγραφος 1, εδάφιο ε) της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) , που σημαίνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να νομοθετούν στον τομέα αυτό μόνο εάν η ΕΕ τους έχει εξουσιοδοτήσει να το πράξουν ή να εφαρμόσουν πράξεις της Ένωσης (Άρθρο 2, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ). Ενώ τα διάφορα περιοριστικά μέτρα εξαγωγής των κρατών μελών είναι, επομένως, εν μέρει προβληματικά ενόψει της εσωτερικής αγοράς, είναι επίσης προβληματικά όσον αφορά τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες. Ο κανονισμός 2015/479 προβλέπει ότι οι εξαγωγές προϊόντων από την Ένωση προς τρίτες χώρες δεν υπόκεινται σε περιορισμούς, εκτός εάν συμμορφώνονται με τον κανονισμό (άρθρο 1) και ότι η Επιτροπή λαμβάνει προστατευτικά μέτρα σε κρίσιμη κατάσταση που προκύπτει λόγω έλλειψης βασικών προϊόντων ή για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας κατάστασης (άρθρο 5). Σε αυτή τη βάση η Επιτροπή ενέκρινε τους εκτελεστικούς κανονισμούς που συζητήθηκαν προηγουμένως. Μολονότι η Επιτροπή δεν το αναφέρει σαφώς στον πρώτο εκτελεστικό κανονισμό , θεσπίζοντας ένα ενιαίο νομικό πλαίσιο για την εξαγωγή εξοπλισμού ατομικής προστασίας, δέσμευσε  τα κράτη μέλη, καθιστώντας τα μονομερή μέτρα που έλαβαν ορισμένα από αυτά (ιδίως οι εξαγωγές ) προηγουμένως εξαιρετικά προβληματικά . Δεν είναι προφανές πώς ο εκτελεστικός κανονισμός εξουσιοδότησε τα κράτη μέλη να λάβουν τέτοια μέτρα. Ο εκτελεστικός κανονισμός απαιτεί ουσιαστικά από τα κράτη μέλη να υποβάλλουν τα σχετικά προϊόντα σε άδεια εξαγωγής. Απολαμβάνουν ένα ορισμένο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας κατά την εφαρμογή, αλλά μπορούν να χορηγήσουν άδεια μόνο βάσει του στόχου της διασφάλισης της επάρκειας του εφοδιασμού εντός της Ένωσης.  Επομένως, τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να εφαρμόζουν μόνο μια τέτοια διαδικασία και να μην λαμβάνουν άλλα μέτρα έναντι τρίτων χωρών. Σε ενημερωτικό σημείωμα, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι ο κανονισμός εκδόθηκε με την προϋπόθεση ότι τα κράτη μέλη πρέπει να ανακαλέσουν ορισμένες ενέργειες όσον αφορά τις εξαγωγές ή το ενδοκοινοτικό εμπόριο.  Ενώ το νομικό πλαίσιο φαίνεται, επομένως, να επιτρέπει περιορισμούς στις εξαγωγές εντός της ΕΕ υπό ορισμένες προϋποθέσεις, αντίθετα διασφαλίζει ομοιόμορφη δράση της ΕΕ έναντι τρίτων χωρών. Ωστόσο, η ομοιομορφία δεν σημαίνει απαραίτητα αλληλεγγύη με τρίτες χώρες. Η ΕΕ επέλεξε τώρα ένα σύστημα αδειών εξαγωγής, αλλά θα μπορούσε ακόμη και να προχωρήσει περισσότερο στην έγκριση απαγόρευσης εξαγωγών.

Ένα άλλο ζήτημα που τέθηκε στο πλαίσιο των εξωτερικών σχέσεων της ΕΕ είναι η διαφορετική μεταχείριση τρίτων χωρών από την ΕΕ. Τουλάχιστον αρχικά, ο εκτελεστικός κανονισμός της Επιτροπής αντιμετώπισε όλες τις τρίτες χώρες με τον ίδιο τρόπο. Μόνο ο δεύτερος εκτελεστικός κανονισμός, όπως αναφέρθηκε, επέτρεψε τις εξαγωγές προς τις τέσσερις χώρες της ΕΖΕΣ και ορισμένες άλλες περιοχές και χώρες χωρίς άδεια, εξαιρώντας αυτές τις εξαγωγές από την απαίτηση άδειας εξαγωγής. Αυτό έθεσε το ζήτημα της συμβατότητας με τη νομοθεσία της ΕΕ μιας τέτοιας διαφορετικής μεταχείρισης των  τρίτων χωρών. Γενικά, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης  υπογράμμισε εδώ και πολύ καιρό ότι η συμπεριφορά των εξωτερικών σχέσεων της ΕΕ συνεπάγεται πολιτικές επιλογές και ότι δεν υπάρχει ρητή υποχρέωση από το δίκαιο της ΕΕ ότι όλες οι τρίτες χώρες πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα, χωρίς την  γενική αρχή της ίσης μεταχείρισης που  υπάρχει στο διεθνές δίκαιο. Στην παρούσα υπόθεση, η ΕΕ αποφάσισε συνεπώς να αντιμετωπίσει ορισμένους εταίρους, όπως οι χώρες της ΕΖΕΣ, όπως θα αντιμετώπιζε και τα κράτη μέλη της . Ωστόσο, αυτό δεν συνέβαινε πάντοτε στο παρελθόν, πραγμα που οδήγησε στην παρατήρηση ότι η απόφαση για το κατά πόσον υπάρχουν συγκρίσιμες περιστάσεις που δικαιολογούν την ίση μεταχείριση των εμπορικών εταίρων φαίνεται να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από πραγματικά, αλλά και από πολιτικά ζητήματα. Εκτός από την ομοιομορφία της εξωτερικής δράσης της ΕΕ στον τομέα του εμπορίου, το νομικό πλαίσιο χαρακτηρίζεται επίσης από ένα σημαντικό κομμάτι  πολιτικής για μια τέτοια εξωτερική δράση, όπου δεν υπάρχει αυστηρή απαίτηση για πλήρη αιτιολόγηση της διαφοροποιημένης μεταχείρισης τρίτων χωρών. Προφανώς, η επιλεκτική διεθνής αλληλεγγύη της ΕΕ με ορισμένους, αλλά όχι  με άλλους εταίρους στην εφαρμογή των  περιορισμών στις εξαγωγές, θα αποτελούσε επομένως μια νομικά αποδεκτή πορεία δράσης.

To Δίκαιο  του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου ( ΠΟΕ )

Το διεθνές δίκαιο και ιδίως το διεθνές οικονομικό δίκαιο παρέχουν το εξωτερικό πλαίσιο για τα μέτρα που έλαβε η ΕΕ έναντι τρίτων κρατών. Για λόγους οικονομιας θα αναφερθω ,  επί του παρόντος στο παγκόσμιο σύνολο κανόνων που προβλέπονται από τη νομοθεσία του ΠΟΕ. Αυτό, ωστόσο, δεν θα πρέπει να σημαίνει ότι η αξιολόγηση των μέτρων που σχετίζονται με το COVID-19 σύμφωνα με τους κανόνες του διεθνούς επενδυτικού δικαίου  ή του πλήθους των εμπορικών συμφωνιών της ΕΕ με άλλες χώρες δεν θα ήταν σχετική. Επίσης, παρόλο που αυτό δεν μπορεί να καλυφθεί με λεπτομέρεια εδώ, τα μέτρα που λαμβάνονται κατά του COVID-19 δεν περιορίζουν μόνο το εμπόριο αγαθών, αλλά επηρεάζουν επίσης το εμπόριο υπηρεσιών.

Συνήθως, οι περιορισμοί στις εξαγωγές όπως οι προαναφερθέντες υπάγονται στο άρθρο XI της Γενικής Συμφωνίας  Δασμών και Εμπορίου,  γνωστής διεθνώς ως GATT που απαγορεύει γενικά τους ποσοτικούς περιορισμούς, είτε με τη μορφή ποσοστώσεων είτε αδειών εισαγωγής ή εξαγωγής. Το άρθρο  XI, παρ. 2, η GATT, ωστόσο, παρέχει μια εξαίρεση για απαγορεύσεις εξαγωγής ή περιορισμούς που εφαρμόζονται προσωρινά για την πρόληψη ή την ανακούφιση κρίσιμων ελλείψεων προϊόντων που είναι απαραίτητα για το μέλος του ΠΟΕ. Σύμφωνα με τη νομολογία, όταν οι απαιτήσεις του Άρθρου XI, παρ. 2, πληρούνται , δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής για τις γενικές παρεκκλίσεις του Άρθ. XX GATT, έτσι ώστε και στην  περιπτωση εθνικής ασφάλειας, η  εξαίρεση του Άρθρου XXI της GATT δεν θα ισχύει επίσης. Μόνο εάν οι συνθήκες του άρθρου  XI, παρ. 2, η GATT δεν πληρούται εάν υπάρχει ανάγκη να βασιστεί σε άλλες διατάξεις.

Σε τέτοιες περιπτώσεις ή στην περίπτωση π.χ. περιορισμων  κατά την εισαγωγή μολυσμένων εμπορευμάτων που λαμβάνονται για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των ανθρώπων, τα κράτη θα πρέπει να προβάλλουν παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο XX GATT.  Υπο το φως  π.χ. του Άρθρου  ΧΧ, ας. β), τα μέλη της GATT, του ΠΟΕ μπορούν να αιτιολογήσουν διαφορετικά μέτρα κατά παράβαση των υποχρεώσεων της GATT, εάν είναι απαραίτητα για την προστασία της ανθρώπινης υγείας. Η αναλογικότητα των μέτρων είναι ζωτικής σημασίας και δεν πρέπει να προκαλεί αυθαίρετες ή αδικαιολόγητες διακρίσεις μεταξύ χωρών.  Επίσης, στο άρθρο 2, παρ. 2, και 5, παρ. 6, της  Συμφωνίας  για την εφαρμογή υγειονομικών και φυτοϋγειονομικών μέτρων (Συμφωνία SPS) , ένα μέλος του ΠΟΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει ότι κάθε υγειονομικό ή φυτοϋγειονομικό μέτρο που λαμβάνεται βασίζεται σε επιστημονικές αρχές και όχι σε περισσότερο περιορισμό  του εμπορίου από ό, τι είναι απαραίτητο για την επίτευξη του επιλεγέντος επιπέδου προστασίας. Σε περιπτώσεις όπως η κρίση COVID-19, συνήθως υπάρχει έλλειψη επαρκών επιστημονικών στοιχείων, καθώς η ασθένεια είναι νέα και εξαπλώνεται γρήγορα, ενώ μπορεί να χρειαστεί χρόνος για την ανάπτυξη αποτελεσματικών θεραπειών.  Σε αυτά τα πλαίσια, Άρθρο . 5, παρ. 7, η Συμφωνία SPS έχει ερμηνευθεί από τον Οργανισμό Προσφυγών του ΠΟΕ  για να αντικατοπτρίζει την αρχή της προφύλαξης.  Ως εκ τούτου, τα μέλη του ΠΟΕ μπορούν να λάβουν μέτρα βάσει προφύλαξης, αλλά πρέπει ωστόσο να προβούν σε εκτίμηση επικινδυνότητας που δικαιολογείται από επιστημονικά στοιχεία και αρχές .

Τα μέλη του ΠΟΕ θα μπορούσαν επίσης να μπουν στον πειρασμό να δικαιολογήσουν περιοριστικά μέτρα βάσει του Άρθ. XXI της GATT για την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Υπάρχει μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με την πρόσφατη πρακτική των μελών του ΠΟΕ να επικαλείται ευρέως την εξαίρεση εθνικής ασφάλειας για να δικαιολογήσει περιοριστικά μέτρα στο εμπόριο στο πλαίσιο των κανονικών διεθνών οικονομικών σχέσεων ανεξάρτητα από οποιοδήποτε ιδιαίτερο σενάριο  κρίσης.  Στη Ρωσία , μια επιτροπή του ΠΟΕ ερμήνευσε τον σχετικό κανόνα μάλλον περιοριστικά ώστε να σημαίνει ότι μια «έκτακτη ανάγκη στις διεθνείς σχέσεις», όπως ορίζεται από το Άρθρο  XXI,. B (iii), της GATT, είναι μια «ένοπλη σύγκρουση, ή (…) λανθάνουσα ένοπλη σύγκρουση, ή (…) αυξημένη ένταση ή κρίση, ή (…) γενική αστάθεια που κατακλύζει ή περιβάλλει ένα κράτος». Αυτός ο ορισμός, ωστόσο, έχει επικριθεί από ορισμένα μέλη του ΠΟΕ ως υπερβολικά στενός.

Συνοψίζοντας, ο νόμος του ΠΟΕ απαιτεί την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων, αλλά παρέχει άφθονο περιθώριο για περιοριστικά μέτρα εξαγωγής σε περιπτώσεις όπως η παρούσα. Έτσι, η νομοθεσία του ΠΟΕ επιτρέπει στην ΕΕ να επικεντρωθεί στη δική της επάρκεια εφοδιασμού και να επιβάλει απαιτήσεις άδειας εξαγωγής στα κράτη μέλη, εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις αναλογικότητας και επιστημονικής αιτιολόγησης – μετριασμένες από τη δυνατότητα προληπτικής προσέγγισης

Αξιολόγηση του νομικού πλαισίου υπό το πρίσμα οικονομικών και πολιτικών ζητημάτων σχετικά με μια πανδημία

Μετά από αυτήν τη γρήγορη επισκόπηση του νομικού πλαισίου, ας ανακεφαλαιώσουμε πρώτα πριν ρωτήσουμε εάν και σε ποιο βαθμό η παρούσα κρίση θα μπορούσε να είναι μια ευκαιρία να ξανασκεφτούμε αυτό το πλαίσιο.

Το πλαίσιο της νομοθεσίας για την εσωτερική αγορά της ΕΕ επιτρέπει γενικά στα κράτη μέλη να επιδιώκουν την προστασία τους στο πλαίσιο μιας πανδημίας, επιβάλλοντας π.χ. απαγορεύσεις εξαγωγής και συνοδευτικά μέτρα για τη διασφάλιση της δικής τους επάρκειας εφοδιασμού. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν αποτελεί προϋπόθεση για μέτρα σε αυτό το πλαίσιο. Η κοινή εμπορική πολιτική της ΕΕ έναντι άλλων χωρών επέβαλε απαίτηση άδειας εξαγωγής . Παρόλο που η ΕΕ αποφάσισε να εξαιρέσει ορισμένες  χώρες εταίρους, δεν υπάρχει γενική απαίτηση ίσης μεταχείρισης σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ για τρίτες χώρες. Επομένως, η ΕΕ πρέπει να ενεργήσει ομοιόμορφα, αλλά δεν περιορίζεται από την υπεράσπιση και την επέκταση της αλληλεγγύης της μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο ή από την επιλεκτική μεταχείριση των εμπορικών εταίρων της.

Ως εξωτερικός περιορισμός, ο νόμος του ΠΟΕ προσθέτει σε αυτήν την εικόνα ότι επιτρέπει ομοίως στα κράτη και στην ΕΕ να αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους σε περιπτώσεις πανδημίας κατά την έγκριση περιορισμών στις εξαγωγές. Ακόμα κι αν δεν ισχύει η ρητή παρέκκλιση για περιορισμούς κατά την εξαγωγή στην GATT, υπάρχουν πρόσθετες δυνατότητες αιτιολόγησης περιοριστικών του μέτρων εμπορίου, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, αλλά ο νόμος του ΠΟΕ δεν εμποδίζει πραγματικά μέτρα όπως αυτα που έχει λάβει η ΕΕ.

Με λίγα λόγια, το παρόν εμπορικό πλαίσιο δεν ασχολείται με το ζήτημα της διεθνούς αλληλεγγύης που μπορεί να θεωρηθεί χρήσιμο ή ακόμη και απαραίτητο σε περιόδους πανδημίας. Αντιθέτως, παρέχει επαρκή περιθώρια στα κράτη να εφαρμόσουν την εθνική αλληλεγγύη στην εσωτερική αγορά της ΕΕ  και για να ενεργήσει η ΕΕ με πνεύμα ευρωπαϊκής αλληλεγγύης αποκλείοντας άλλους μέσω περιορισμών στις εξαγωγές. Τώρα, τα κράτη και η ΕΕ ενδέχεται να επιλέξουν να ενεργήσουν διαφορετικά, αλλά το νομικό πλαίσιο δεν τα υποχρεώνει να το πράξουν. Ανακύπτει το ερώτημα, μήπως πρέπει να το κάνει;

Στην οικονομική και πολιτική συζήτηση, υπάρχουν αρκετοί προβληματισμοί και προτάσεις που αξίζουν να εξεταστούν εδώ.

Υπάρχουν ορισμένες ανησυχίες σχετικά με τους περιορισμούς στις εξαγωγές ιατρικών προμηθειών στο πλαίσιο μιας πανδημίας. Σε οικονομικό επίπεδο, οι εταιρείες μπορεί να επωφεληθούν από προσωρινά κέρδη, αλλά επίσης φοβούνται απώλειες μελλοντικών εξαγωγικών πωλήσεων και, ως εκ τούτου, διστάζουν να επενδύσουν σε νέα παραγωγή . Εάν πρόκειται να παρακινηθούν να επεκτείνουν την παραγωγή με φορολογικά μέσα, τα κράτη θα πρέπει να επενδύσουν περισσότερο ως συνέπεια.  Σε πολιτικό επίπεδο, οι απαγορεύσεις εξαγωγών θέτουν σε κίνδυνο τη συνεργασία και τις καλές σχέσεις με άλλα κράτη, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας αντιποίνων σε εμπόριο σε μια περιοχή εκτεταμένων και ευάλωτων διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού.  Ορισμένοι προτείνουν ότι οι απαγορεύσεις εξαγωγών μπορούν ακόμη και να ενισχύσουν τις εθνικιστικές και λαϊκιστικές τάσεις σε εμπορικούς εταίρους. Οι ασταθείς εμπορικές σχέσεις και τα αντίποινα από άλλους εμπορικούς εταίρους θα μπορούσαν να καταστούν προβληματικά, καθώς η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι παρά τις προσπάθειες αύξησης της παραγωγής εξοπλισμού ατομικής προστασίας εντός της ΕΕ, η ζήτηση για τέτοιο εξοπλισμό δεν μπορεί να καλυφθεί από τα υπάρχοντα αποθέματα και το τρέχον επίπεδο παραγωγής

Γενικότερα, οι περιορισμοί στις εξαγωγές, όπως π.χ. η έλλειψη προστατευτικού ιατρικού κιτ δυσκολεύει τους επαγγελματίες υγείας στη γειτονική χώρα να αντιμετωπίσουν την εξάπλωση του COVID-19.

Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνονται εναλλακτικά μέτρα, για παράδειγμα η (μερική) εξάλειψη ορισμένων υφιστάμενων εμποδίων στο εμπόριο, όπως οι φόροι επί των εισαγωγών ή η στοχευμένη στήριξη της εγχώριας παραγωγής για την αντιμετώπιση του υποκείμενου προβλήματος των ελλείψεων εφοδιασμού στην πηγή του. Όπου υπάρχει ανησυχία ότι η επιδότηση της εγχώριας παραγωγής μπορεί να ωφελήσει δυσανάλογα αλλοδαπούς αγοραστές, θα μπορούσε κανείς να ορίσει εγγυημένες ελάχιστες τιμές για μια δεδομένη ανακοινωμένη ποσότητα ιατρικών προμηθειών που πωλούνται στο κράτος, κάτι που θα μπορούσε να καθησυχάσει τους εγχώριους παραγωγούς. Οι κοινές πρωτοβουλίες των κρατών μπορεί επίσης να είναι επωφελείς, τόσο για την αύξηση της συγκέντρωσης εσόδων για τους παραγωγούς όσο και για τη διευκόλυνση της διανομής των προϊόντων.

Υπάρχουν επίσης ευρύτερες ανησυχίες όσον αφορά τους περιορισμούς στις εξαγωγές. Οι ιατρικοί αναπνευστήρες, για παράδειγμα, είναι τεχνολογικά μάλλον εξελιγμένος εξοπλισμός. Δεδομένου ότι οι μόνες χώρες με μεγάλο εμπόριο τέτοιων αναπνευστικών βρίσκονται  στη Νοτιοανατολική Ασία, την Αυστραλία, την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, οι περιορισμοί στις εξαγωγές είναι πιθανό να κάνουν τους αναπνευστήρες πρακτικά απρόσιτους σε πολλές χώρες της Αφρικής, της περιοχής της ΚΑΚ, της Λατινικής Αμερικής, της Μέσης Ανατολής και Νότια Ασία.  Αφού ώθησε τις χώρες να ανοίξουν τις αγορές τους στις εισαγωγές, η πολιτική της ΕΕ απειλεί τώρα την πρόσβασή τους στις παγκόσμιες αγορές ακριβώς όταν θα τις χρειαζόταν περισσότερο.

Εάν δεχθούμε  ότι υπάρχουν σοβαρές μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες οικονομικές ανησυχίες σχετικά με την οικονομία των περιορισμών στις εξαγωγές και τα προβλήματα σχετικά με τη μεταχείριση ευάλωτων χωρών, μπορεί κανείς να οδηγηθεί  στο ενδεχόμενο επανεξέτασης του υφιστάμενου νομικού πλαισίου. Αντί απλώς επιτρέπουμε την εθνική και / ή ευρωπαϊκή αλληλεγγύη ως εχει , δεν θα έπρεπε επίσης να υπάρχουν στοιχεία μιας υποχρεωτικής ευρωπαϊκής ή και διεθνούς αλληλεγγύης; Ενώ στην ΕΕ, μια τέτοια αλληλεγγύη «με δόντια» φαίνεται τουλάχιστον δυνατή, είναι ίσως παραπλανητικό να αναμένουμε δεσμευτικές διεθνείς υποχρεώσεις στις οποίες τα κράτη ή η Ευρωπαϊκή Ένωση θα ήταν διατεθειμένες να υπογράψουν. Ωστόσο, μπορεί να υπάρχουν κάποια λιγότερο δεσμευτικά μέσα που αξίζει να σκεφτούμε.

Στην ΕΕ, αξίζει να προβληματιστούμε σχετικά με την έννοια της δημόσιας υγείας όπως φαίνεται π.χ. στο Άρθρο 36 της  ΣΛΕΕ. Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι, στο πλαίσιο μιας πανδημίας , η έννοια της δημόσιας υγείας αποκτά ευρωπαϊκή διάσταση, λαμβάνοντας υπόψη συστηματικά τα συμφέροντα των πληθυσμών άλλων κρατών μελών;

Σε διεθνές επίπεδο, ποιοι θεσμοί και νομικές διατάξεις θα χρειαστούν για την ενίσχυση της διεθνούς αλληλεγγύης για πανδημικές περιπτώσεις; Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει π.χ. να μεταρρυθμιστεί ο ΠΟΕ και ο νόμος του; Ή να ακυρωθεί , δεδομένης της τρέχουσας κρίσης της;  Ποια άλλα διεθνή ιδρύματα χρειάζονται για να αποφευχθεί η παρούσα κατάσταση του καθενός που αγωνίζεται για τον εαυτό του εις βάρος των διεθνώς αποτελεσματικών λύσεων στις ελλείψεις σημαντικών ιατρικών αγαθών και ιδιαίτερα επιβλαβών συνεπειών για τους πληθυσμούς των ευάλωτων χωρών;

Μια χρήσιμη πρόταση σε επίπεδο ΕΕ είναι να βελτιώσει τα δικά της σχετικά θεσμικά όργανα για να ενισχύσει την ικανότητα της για κοινη  ανταπόκριση. Έχει προταθεί ότι η ΕΕ πρέπει επομένως να αυξήσει τη δική της ικανότητα να ελέγχει για ασθένειες (ξεκινώντας, αλλά δεν περιορίζεται στον κοροναϊό), επέκταση του προσωπικού, των οικονομικών πόρων, της τεχνολογίας της έρευνας και των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων , ανάπτυξη πραγματικών ευρωπαϊκών κοινών προμηθειών εμβολίων και εξοπλισμού, χρησιμοποιώντας την εσωτερική  αγορά  ως όπλο .  Η δημιουργία  ένος  πραγματικού  ιδρύματος  αντιμετώπισης καταστροφών, είτε εκ νέου είτε με τη σωστή χρηματοδότηση της ακόμη νέας RescEU, δίνοντάς της αποθέματα, προσωπικό και εξοπλισμό για πανδημικές καταστάσεις.

Ωστόσο, τέτοιες προτάσεις μας παραπεμπουν  ιδανικά στο επίπεδο της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης και ίσως δημιουργήσουν  ένα καλύτερο αποτέλεσμα σε μια μελλοντική κρίση για την ΕΕ και τα κράτη μέλη της. Σε διεθνές επίπεδο όμως , θα χρειαστούν περισσότερα για να αποφευχθεί η τρέχουσα νοοτροπία μηδενικού αθροίσματος. Ίσως αυτό που χρειάζεται είναι κάτι σαν μια ανανεωμένη  G20 . Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να ελπίζουμε ότι οι προβληματισμοί για ένα πιο ισχυρό διεθνές νομικό πλαίσιο δεν θα υποχωρήσουν μαζί με την απειλή από το COVID-19.


*Στράτος Γεραγώτης, Διδάκτωρ Παν/μιου των Βρυξελλών, τ. Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Παν/μιο της Pavia της Ιταλίας

** Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Quaderni di studi legali, με τιτλο: Stratos Geragotis,Quadro normativo esterno dell’UE relativo alle misure commerciali nel contesto della crisi “, pg 62-70 , Roma , 2020

Όλες οι ειδήσεις που έχουν σημασία, από την Ελλάδα και τον Κόσμο, έγκυρα και έγκαιρα στο tomanifesto.gr