Υπάρχει μια παλιά συνταγή στην πολιτική: όταν τα γεγονότα δεν σε βολεύουν, κατασκευάζεις έναν μύθο που ακούγεται εύπεπτος. Κάπως έτσι γεννήθηκε και η τελευταία «επιτυχία» των social media: ότι η Ελλάδα δήθεν χαρίζει φθηνό ρεύμα στη Βουλγαρία το μεσημέρι και το αγοράζει πίσω πανάκριβα το βράδυ.

Ωραίο ως σύνθημα. Μόνο που η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας λειτουργεί με δεδομένα τιμών και όχι με συνθήματα.

Τα στοιχεία του ENTSO-E και του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας, που παρουσίασε ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για δημιουργική ερμηνεία. Η Ελλάδα είναι καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας προς τη Βουλγαρία στο μεγαλύτερο μέρος του έτους, περίπου στο 84% των ωρών. Και αυτό δεν αφορά μόνο τις μεσημεριανές ώρες της υψηλής παραγωγής από ΑΠΕ, αλλά και μεγάλο μέρος των βραδινών ωρών, όταν οι καθαρές εξαγωγές εξακολουθούν να ξεπερνούν το 1 GW.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το στοιχείο των τιμών. Η ελληνική χονδρεμπορική τιμή είναι ίδια ή χαμηλότερη από τη βουλγαρική σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του έτους, περίπου στο 98% των ωρών. Η Βουλγαρία εμφανίζεται φθηνότερη μόλις στο 2% των ωρών. Το περίφημο αφήγημα ότι «πουλάμε φθηνά και αγοράζουμε ακριβά» απλώς δεν επιβεβαιώνεται από τους αριθμούς.

13bda2b0-5cd5-4703-bab3-6d57c8e8c73f.jpg

Από την αγορά... στις κάλπες

Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται μόνο στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Βρίσκεται και στην πολιτική.

Δεν είναι τυχαίο ότι η αναβίωση του αφηγήματος περί «επιστροφής του λιγνίτη» συνοδεύεται από την έντονη δημόσια παρουσία προσώπων που αναζητούν νέο πολιτικό ρόλο στις τοπικές κοινωνίες της Δυτικής Μακεδονίας. Παλαιοί συνδικαλιστές, που για χρόνια επένδυσαν πολιτικά στην υπεράσπιση της λιγνιτικής εποχής, εμφανίζονται ξανά ως υπερασπιστές ενός μοντέλου που η ίδια η οικονομία έχει εγκαταλείψει.

Η πραγματικότητα είναι αρκετά πιο πεζή. Με τα δικαιώματα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα να κινούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη καθίσταται απαγορευτικό. Μόνο το κόστος των ρύπων αρκεί για να καταστήσει πολλές λιγνιτικές μονάδες ζημιογόνες, πριν ακόμη προστεθούν λειτουργικά έξοδα, συντηρήσεις και μισθοδοσία.

Με απλά λόγια, ο λιγνίτης δεν εγκαταλείπεται επειδή το επιβάλλει κάποια ιδεολογική εμμονή, αλλά επειδή δεν βγαίνουν τα οικονομικά.

Η επόμενη ημέρα

Την ίδια στιγμή, η συζήτηση στη Δυτική Μακεδονία έχει ήδη μετατοπιστεί. Η ΔΕΗ προχωρά σε επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 5,75 δισ. ευρώ, που περιλαμβάνει μεγάλα φωτοβολταϊκά πάρκα, έργα αποθήκευσης ενέργειας και τη δημιουργία ενός μεγάλου κέντρου δεδομένων στον χώρο του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου, φιλοδοξώντας να μετατρέψει την περιοχή σε ενεργειακό και ψηφιακό κόμβο.

Είναι προφανές ότι αυτή η μετάβαση δημιουργεί ανακατατάξεις, αλλά άλλο η αγωνία για το μέλλον μιας περιοχής και άλλο η κατασκευή εύκολων πολιτικών αφηγημάτων.

Στην ενέργεια, όπως και στην οικονομία, οι αριθμοί έχουν ένα ελάττωμα για όσους επενδύουν στους μύθους: δύσκολα προσαρμόζονται στις προεκλογικές ανάγκες. Και όσο κι αν κάποιοι επιχειρούν να μετατρέψουν την κιλοβατώρα σε προεκλογικό σύνθημα, η πραγματικότητα της αγοράς εξακολουθεί να είναι περισσότερο πεισματάρα από τη μικροπολιτική.