Αναπάντητη έμεινε η ερώτηση του Κωνσταντίνου Κυρανάκη προς τον ΣΑΤΑ «για ποιον λόγο πωλείται η άδεια ταξί 130.000 ευρώ, ενώ η αντικειμενική αξία είναι 5.000».

Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική αντιπαράθεση ξεφεύγει από τα συνθήματα και ακουμπά την ουσία. Μια τέτοια στιγμή ήταν η παρέμβαση του Κωνσταντίνου Κυρανάκη στη Βουλή. Χωρίς περιστροφές, χωρίς «χαϊδέματα», έβαλε στο τραπέζι ένα ερώτημα που χρόνια ψιθυρίζεται και ποτέ δεν απαντιέται δημόσια. Πώς γίνεται μια άδεια ταξί με αντικειμενική αξία 5.000-6.000 ευρώ να αλλάζει χέρια στη μαύρη αγορά για 130.000 ευρώ;

Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό μυστήριο. Όχι των αριθμών, αλλά της σιωπής.

Η κυβέρνηση έθεσε ένα απλό, κατά τα φαινόμενα, ερώτημα. Αν ο κλάδος των ταξί βρίσκεται, όπως καταγγέλλουν οι συνδικαλιστές του, σε «φθίνουσα πορεία», τότε γιατί η άδεια εκτοξεύεται σε τιμές πολυτελούς διαμερίσματος; Η ερώτηση δεν είναι θεωρητική – είναι λογιστική. Και η απάντηση δεν ήρθε ποτέ.

Ο ΣΑΤΑ κλήθηκε να τοποθετηθεί καθαρά. Να πει αν ισχύουν αυτές οι τιμές, πώς διαμορφώνονται και ποιοι επωφελούνται. Αντί για απαντήσεις, όμως, ακούσαμε γενικόλογες καταγγελίες, κραυγές περί «διωγμού» του κλάδου και μια μόνιμη φυγή προς τα μπροστά.

Ο Κυρανάκης δεν στάθηκε μόνο στις άδειες. Έβαλε στο τραπέζι και τα πραγματικά αιτήματα των συνδικαλιστών. Αύξηση κομίστρου για τον επιβάτη και αλλαγές στο ποινικό μητρώο, ώστε να επιστρέφονται άδειες ακόμη και σε άτομα καταδικασμένα για σοβαρά αδικήματα. Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι ζητήματα δημόσιας ασφάλειας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

«Μιλήστε εντίμως στον ελληνικό λαό», ήταν το κάλεσμα. Οχι πίσω από πανό, όχι πίσω από κομματικά θεωρεία, αλλά καθαρά και δημόσια. Κι όμως, εκεί που θα περίμενε κανείς μια εμπεριστατωμένη απάντηση, ήρθε η σιωπή.

Εδώ μπαίνει στο κάδρο ο Θύμιος Λυμπερόπουλος. Χρόνια τώρα εμφανίζεται ως αδιαμφισβήτητος εκπρόσωπος του κλάδου. Λαλίστατος στις πορείες, εκρηκτικός στα τηλεοπτικά παράθυρα. Όταν όμως τέθηκε το ζήτημα των 130.000 ευρώ, άλαλα τα χείλη του Θ. Λυμπερόπουλου.

Η σιωπή αυτή δεν είναι τυχαία – είναι αποκαλυπτική. Δείχνει έναν συνδικαλισμό παλιάς κοπής, που ξέρει να φωνάζει, αλλά όχι να λογοδοτεί· που μιλά για «αγώνες», αλλά αποφεύγει τις δύσκολες ερωτήσεις· που καταγγέλλει την κυβέρνηση, αλλά δεν τολμά να κοιτάξει τα μέλη του και να τους πει την αλήθεια για την αγορά αδειών.

Απέναντι σε αυτό το σκηνικό, η στάση της κυβέρνησης είναι ξεκάθαρη. Διάλογος ναι, αλλά με στοιχεία, με αριθμούς, με κανόνες. Οι συναντήσεις με τον ΣΑΤΑ έχουν γίνει, οι εξαιρέσεις για την ηλεκτροκίνηση έχουν προβλεφθεί, οι επιδοτήσεις και η υπεραπόσβεση είναι στο τραπέζι. Δεν υπάρχει σχέδιο «εξόντωσης» του κλάδου. Υπάρχει σχέδιο εξορθολογισμού.

Και αυτό ενοχλεί. Γιατί ο εξορθολογισμός φέρνει φως. Και το φως δεν το αντέχουν όσοι βολεύτηκαν στο ημίφως.

Το ζήτημα, τελικά, δεν είναι αν ο Κυρανάκης ήταν σκληρός. Ήταν απλώς σαφής. Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί ο κ. Λυμπερόπουλος και η ηγεσία του ΣΑΤΑ δεν απαντούν. Γιατί όταν ακούγεται το ποσό των 130.000 ευρώ πέφτει σιωπή.

Στην πολιτική, η σιωπή σπάνια είναι ουδέτερη. Συνήθως είναι ομολογία. Και σε αυτή την περίπτωση, είναι μια ομολογία που βαραίνει, όχι την κυβέρνηση, αλλά όσους χρόνια τώρα μιλούν στ’ όνομα των ταξιτζήδων χωρίς να λένε όλη την αλήθεια.