Σε δημόσια διαβούλευση το νέο πλαίσιο που δίνει την ευκαιρία στους μικροοφειλέτες να τακτοποιήσουν τα χρέη τους σε βάθος εξαετίας.
Μια νέα, βαθιά ανάσα ρευστότητας έρχεται να προσφέρει η πολυαναμενόμενη έκτακτη ρύθμιση των έως και 72 δόσεων, στοχεύοντας απευθείας στην καρδιά ενός προβλήματος που κρατά επί μακρόν εγκλωβισμένα εκατομμύρια νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Με τα στοιχεία να δείχνουν ότι από τα 115 δισεκατομμύρια ευρώ των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο μόλις το 3% βρισκόταν σε κάποιου είδους τακτοποίηση, η ανάγκη για ρεαλιστικό «σωσίβιο» ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής.
Το νέο πλαίσιο, που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση έως τις 15 Ιουνίου από τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη, αναμένεται να πάρει σάρκα και οστά στα τέλη του τρέχοντος μήνα, ανοίγοντας παράθυρο ευκαιρίας για τη σταδιακή αποπληρωμή χρεών σε βάθος εξαετίας.
Το μεγάλο δέλεαρ της συγκεκριμένης ρύθμισης κρύβεται στην εντυπωσιακή μείωση της μηνιαίας δόσης, η οποία μπορεί να ξεκινά ακόμη και από το εξαιρετικά χαμηλό όριο των 30 ευρώ και που μπορεί να λειτουργεί ως ανάχωμα για τους μικροοφειλέτες, επιτρέποντάς τους να επιστρέψουν στη νομιμότητα χωρίς να συμπιέσουν τον οικογενειακό προϋπολογισμό τους.
Για παράδειγμα, ένας πολίτης με βασική οφειλή ύψους 7.200 ευρώ, ο οποίος μέχρι σήμερα θα έπρεπε να καταβάλλει 600 ευρώ τον μήνα στην κλασική 12μηνη ρύθμιση ή 300 ευρώ στην 24μηνη, πλέον βλέπει το μηνιαίο βάρος του να πέφτει στα 100 ευρώ. Πρόκειται για ελάφρυνση της τάξεως του 80% στις μηνιαίες ροές του, γεγονός που μετατρέπει ένα βουνό από χρέη σε απόλυτα διαχειρίσιμη καθημερινότητα. Αντίστοιχα, για χρέος 10.000 ευρώ, η δόση από τα 417 ευρώ της πάγιας ρύθμισης των 24 δόσεων προσγειώνεται στα 139 ευρώ τον μήνα.
Η διαδικασία ένταξης θα γίνει ψηφιακά και χωρίς γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, με τις πλατφόρμες myAADE και εκείνη του ΚΕΑΟ για τα ασφαλιστικά ταμεία να ανοίγουν σύντομα τις ειδικές πύλες υποδοχής. Εκεί, ο φορολογούμενος θα έχει τη δυνατότητα να «παίξει» με τους αριθμούς, δοκιμάζοντας διαφορετικά σενάρια μηνών και δόσεων, βλέποντας σε πραγματικό χρόνο το βασικό δίλημμα: μικρότερη δόση για περισσότερο καιρό ή μεγαλύτερη δόση με μικρότερη συνολική επιβάρυνση τόκων. Μόλις οριστικοποιηθεί η επιλογή, ο χρόνος αρχίζει να μετρά αντίστροφα, καθώς η πρώτη δόση πρέπει να εξοφληθεί υποχρεωτικά εντός τριών εργάσιμων ημερών για να ενεργοποιηθεί το «συμβόλαιο» με το Δημόσιο.
Πέρα από τη μείωση του μηνιαίου βάρους, το πραγματικό κέρδος για την αγορά είναι η επανεκκίνηση και η «δεύτερη ευκαιρία» που δίνεται σε όσους είχαν βρεθεί στο περιθώριο. Με την υπαγωγή στη ρύθμιση, οι οφειλέτες ανακτούν τη φορολογική και ασφαλιστική τους ενημερότητα, παγώνουν τα αναγκαστικά μέτρα εκτέλεσης, όπως οι κατασχέσεις, και σταματούν οι ποινικές διαδικασίες εις βάρος τους. Είναι ένας τρόπος να «ζωντανέψουν» ξανά μπλοκαρισμένοι τραπεζικοί λογαριασμοί και να πάρουν πάλι μπρος επιχειρήσεις που είχαν παραλύσει.
Τα «ψιλά γράμματα»
Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή έχει και «ψιλά γράμματα» που απαιτούν στρατηγική σκέψη. Οι δόσεις δεν είναι άτοκες. Οι οφειλές προς την εφορία επιβαρύνονται με ετήσιο επιτόκιο 5,84%, ενώ για τα τελωνεία και τα ασφαλιστικά ταμεία ο τόκος ακολουθεί το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αυτό σημαίνει ότι στο τέλος της εξαετίας, το συνολικό κόστος αυξάνεται αισθητά. Ενα χρέος 10.000 ευρώ, αν απλωθεί σε 72 μήνες, θα κοστίσει τελικά περίπου 11.900 ευρώ, ενώ μια οφειλή 30.000 ευρώ θα αγγίξει τις 35.600 ευρώ. Το θετικό πάντως είναι ότι αν κάποιος βρει τη ρευστότητα και πληρώσει νωρίτερα, γλιτώνει τους μελλοντικούς τόκους χωρίς καμία ποινή πρόωρης εξόφλησης.
Υπάρχουν όμως και αυστηρές κόκκινες γραμμές που αποκλείουν αρκετούς από το τραπέζι. Πρώτα απ’ όλα, η ρύθμιση αφορά αποκλειστικά παλιά χρέη που έγιναν ληξιπρόθεσμα έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023 και τα οποία δεν ήταν ήδη ρυθμισμένα στις 21 Απριλίου 2026.
Αυτό σημαίνει ότι οι συνεπείς φορολογούμενοι που παλεύουν και κρατούν ζωντανές τις τρέχουσες ρυθμίσεις τους δεν μπορούν να μεταπηδήσουν στο νέο σχήμα. Επιπλέον, ο νόμος απαιτεί καθολική ένταξη των παλιών χρεών και όχι επιλεκτική, ενώ αποκλείει όσους δεν έχουν υποβάλει δηλώσεις εισοδήματος την τελευταία πενταετία ή έχουν καταδικαστεί για σοβαρά οικονομικά εγκλήματα όπως η φοροδιαφυγή.
Ζητείται συνέπεια
Το πιο κρίσιμο σημείο για την επιβίωση στη ρύθμιση είναι η απόλυτη συνέπεια που απαιτείται στο εξής. Το Δημόσιο δίνει μια ευκαιρία, αλλά κρατά το δικαίωμα να εγγράφει υποθήκες ή να κάνει αυτόματους συμψηφισμούς με μελλοντικές επιστροφές φόρων.
Αν ο οφειλέτης καθυστερήσει δύο συνεχόμενες δόσεις ή αν αφήσει απλήρωτες τις νέες τρέχουσες υποχρεώσεις του (όπως ο ΕΝΦΙΑ ή οι ασφαλιστικές εισφορές) για πάνω από ένα τρίμηνο, η ρύθμιση χάνεται οριστικά. Τότε, ολόκληρο το εναπομείναν ποσό γίνεται αμέσως απαιτητό, οι προσαυξήσεις επιστρέφουν και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί ενεργοποιούν ξανά όλα τα αναγκαστικά μέτρα, στέλνοντας τον οφειλέτη πίσω στο σημείο μηδέν.