Η δημόσια συζήτηση γύρω από το ζήτημα των επισυνδέσεων στην Ελλάδα έχει αναζωπυρωθεί τις τελευταίες ημέρες.
Ο Αλέξης Τσίπρας εμφανίζεται εσχάτως ως ένθερμος επικριτής πρακτικών παρακολούθησης, αλλά η πολιτική μνήμη δεν μπορεί να είναι επιλεκτική.
Η σημερινή ρητορική του πρώην πρωθυπουργού για «δημοκρατική εκτροπή» και θεσμικό εκφυλισμό προκαλεί εύλογα ερωτήματα, όταν συγκρίνεται με περιστατικά και καταγγελίες που αφορούν τη δική του περίοδο διακυβέρνησης.
Η κυβέρνηση της λεγόμενης πρώτης φοράς Αριστερά (2015-2019) είχε αναδειχθεί με κεντρικό αφήγημα τη διαφάνεια, τη θεσμική κάθαρση και την αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας. Ωστόσο, σειρά γεγονότων και μαρτυριών έρχεται να αμφισβητήσει το κατά πόσο αυτές οι αρχές τηρήθηκαν στην πράξη. Αντιθέτως, προκύπτει μια εικόνα όπου μηχανισμοί εξουσίας αξιοποιήθηκαν με τρόπους που θυμίζουν πρακτικές τις οποίες ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλε στο παρελθόν.
Πολιτικοί παρατηρητές επισημαίνουν ότι ιδιαίτερη βαρύτητα είχαν οι δηλώσεις της Ζωής Κωνσταντοπούλου, η οποία κατά την πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ κατείχε την κορυφαία θεσμική θέση της προέδρου της Βουλής.
Σε συνέντευξή της τον Σεπτέμβριο του 2022, η ίδια υποστήριξε ότι ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε να την επηρεάσει επικαλούμενος υλικό από επισυνδέσεις της ΕΥΠ. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, ο τότε πρωθυπουργός φέρεται να της πρότεινε να δει απομαγνητοφωνήσεις συνομιλιών κρατουμένου, που υποτίθεται σχεδίαζε επίθεση εναντίον στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ.
Η αντίδρασή της, όπως περιγράφεται από την ίδια, ήταν κατηγορηματική. Αρνήθηκε να δει το υλικό και προειδοποίησε τον τότε πρωθυπουργό για τους κινδύνους που ενέχει η χρήση τέτοιων πρακτικών.
«Αν ως πρωθυπουργός διαβάζεις απομαγνητοφωνήσεις συνομιλιών κρατουμένων, είσαι σε πολύ κακό δρόμο», φέρεται να του είπε. Η ίδια, μάλιστα, προχώρησε ακόμη πιο πέρα, κατηγορώντας τότε τον ΣΥΡΙΖΑ ότι «εγκαθίδρυσε ένα παρακράτος μέσα στο κράτος». Πρόκειται για μια εξαιρετικά βαριά καταγγελία, ιδίως όταν προέρχεται από πρόσωπο που βρέθηκε στον πυρήνα της εξουσίας εκείνη την περίοδο.
Παράλληλα, ιδιαίτερη αίσθηση είχαν προκαλέσει οι αποκαλύψεις γύρω από την υπόθεση παρακολούθησης του Στέργιου Πιτσιόρλα, στενού συνεργάτη της τότε κυβέρνησης και επικεφαλής του ΤΑΙΠΕΔ.
Ο διοικητής της ΕΥΠ την περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, Γιάννης Ρουμπάτης, φέρεται να είπε ότι ο τότε επικεφαλής του ΤΑΙΠΕΔ και διορισμένος από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, Στέργιος Πιτσιόρλας, διαπραγματευόταν την πώληση μιας τεράστιας έκτασης εθνικού εδάφους σε ξένες εταιρείες, που σχετίζονταν με τις μυστικές υπηρεσίες της Συρίας και την οικογένεια Άσαντ.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, μάλιστα, ο κ. Ρουμπάτης, για να τεκμηριώσει τους λόγους της παρακολούθησης Πιτσιόρλα, παρουσίασε στα μέλη της Εξεταστικής έναν χάρτη της υπό εκποίηση έκτασης, ενώ φέρεται να αποκάλυψε και τα ονόματα των τότε υποψήφιων επενδυτών.
Οι διαρροές από τη συνεδρίαση της Επιτροπής ανέφεραν ότι ο Γιάννης Ρουμπάτης φέρεται να κατέθεσε πως είχε ενημερώσει τον Αλέξη Τσίπρα για επισύνδεση στο τηλέφωνο «κάποιου τεχνοκράτη», χωρίς να του πει για ποιον επρόκειτο, και πως ο τότε πρωθυπουργός τού ζήτησε να συνεχίσει την έρευνα και, εφόσον προκύψουν στοιχεία, να τα στείλει στη Δικαιοσύνη.
Απ’ όσα είχε καταθέσει ο διοικητής της ΕΥΠ στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, ανακύπτουν τεράστια ερωτήματα για ποιον λόγο και με ποια νομιμοποιητική διαδικασία παρακολουθούνταν από την υπηρεσία το πρώτο δίμηνο του 2016, για την υπόθεση της καταριανής επένδυσης στο Ναυάγιο της Ζακύνθου, ο τότε πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ και μετέπειτα αναπληρωτής υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης, Στέργιος Πιτσιόρλας, και ο δικηγόρος Σπύρος Σαγιάς, ο οποίος λίγους μήνες πριν είχε διατελέσει στην πρώτη κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα γενικός γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, θέση-κλειδί για κάθε πρωθυπουργό.
Το να παρακολουθούνται άνθρωποι μιας κυβέρνησης ουσιαστικά από την… ίδια την κυβέρνηση, αν μη τι άλλο, δεν είναι το πιο συνηθισμένο πράγμα στον κόσμο. Φαίνεται όμως ότι για την κυβέρνηση της πρώτης φοράς Αριστερά αυτά ήταν απολύτως θεμιτά, να παρακολουθούνται δηλαδή δύο εκ των πλέον σοβαρών και νευραλγικών στελεχών εκείνης της κυβέρνησης.
Η υπόθεση αυτή, σε συνδυασμό με τις καταγγελίες της Ζωής Κωνσταντοπούλου, σκιαγραφεί μια εικόνα όπου οι πρακτικές παρακολούθησης εκείνη την περίοδο δεν αποτελούσαν απλώς μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ενδεχομένως μέρος μιας ευρύτερης κουλτούρας διαχείρισης της εξουσίας. Μια κουλτούρα που φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με τη ρητορική περί ηθικού πλεονεκτήματος που προέβαλλε ο τότε πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ.
Σήμερα, όταν ο Αλέξης Τσίπρας επανέρχεται δυναμικά, προφανώς για τους δικούς του πολιτικούς λόγους, καταγγέλλοντας τις παρακολουθήσεις, η σύγκριση με το παρελθόν είναι αναπόφευκτη.
Η πολιτική αξιοπιστία δεν κρίνεται μόνο από τις καταγγελίες που διατυπώνονται, αλλά και από τη συνέπεια λόγων και πράξεων. Η επιλεκτική μνήμη και η αποσιώπηση γεγονότων δεν συμβάλλουν σε μια ουσιαστική συζήτηση για τη θωράκιση των θεσμών.
Πολιτικοί παρατηρητές τόνιζαν ότι το ζήτημα των παρακολουθήσεων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά ή με κομματικά φίλτρα. Αφορά τον πυρήνα της δημοκρατίας, τα δικαιώματα των πολιτών και τη λειτουργία του κράτους Δικαίου και βεβαίως, όπως γίνεται σε όλον τον δημοκρατικό κόσμο, τον πρώτο λόγο τον έχει πάντα η Δικαιοσύνη.
Η σημερινή στάση του Αλέξη Τσίπρα απέναντι στο ζήτημα των επισυνδέσεων δεν μπορεί να αποκοπεί από το παρελθόν της δικής του διακυβέρνησης. Οι καταγγελίες της Ζωής Κωνσταντοπούλου και οι αποκαλύψεις για την υπόθεση Πιτσιόρλα-Σαγιά συνθέτουν ένα παζλ που απαιτεί απαντήσεις διαχρονικά.
Αλλά όταν δεν έχει γίνει στο ελάχιστο αυτοκριτική από τον πρώην πρωθυπουργό για όσα συνέβησαν επί διακυβέρνησής του, δεν περιμένει κάποιος την αλήθεια για την «ευαίσθητη» υπόθεση των παρακολουθήσεων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.