«Δεν θέλω να προσβάλω τη μνήμη του Σταύρου Γεωργίου, γι’ αυτό δεν συνεχίζω», είπε ένας από τους καλεσμένους εν μέσω τηλεσυνωστισμού και πεντάλεπτης δημοσιότητας.
Θα μπορούσε κανείς να το προσπεράσει χωρίς να δώσει σημασία αν δεν τον συνόδευε ένας μακρόσυρτος τίτλος που προσπαθούσε, χωρίς να τα καταφέρνει, να του προσδώσει υπέρμετρο κύρος: «Επίτιμος» αστυνομικός συνδικαλιστής, σε συγκεκριμένη περιοχή της Αττικής, με κολλημένο έναν άλλον τίτλο που παραπέμπει σε «αναλυτή αστυνομικών υποθέσεων».
Η φράση του τα έλεγε όλα χωρίς να λέει τίποτα, αποτελώντας τρανή απόδειξη του κοινωνικά επικίνδυνου ερασιτεχνισμού κάποιου που υποδύεται τον επαγγελματία δημοσιογράφο. Δεν ήταν τίποτα λιγότερο από ακόμα ένα επεισόδιο του φαινομένου «Πρώην αστυνομικοί σε ρόλο τηλεοπτικού ρεπόρτερ-αστέρα», που συνεχίζει να προκαλεί εδώ και πολύ καιρό τον κόσμο της ελληνικής δημοσιογραφίας και να βλάπτει την ενημέρωση της κοινής γνώμης σε εξαιρετικά ευαίσθητα θέματα, χωρίς κανείς να λαμβάνει μέτρα για τον περιορισμό του.
Εν ολίγοις, πρόκειται για μία ακόμα εκδοχή του γνωστού ελληνικού «ό,τι δηλώσει κανείς είναι», χωρίς καμία άλλη υποχρέωση, γνώση ή εξειδίκευση. Όσον αφορά δε την πλειονότητα του ελληνικού μιντιακού τοπίου, το βασικότερο προσόν κάποιου είναι απλώς να μην κοστίζει…
Προκλητικό ντουέτο
Με το συγκεκριμένο θέμα ασχολήθηκε πρόσφατα το συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων (ΕΣΗΕΑ) αλλά και η ΕΤΙΤΑ (Ενωση Τεχνικών Ιδιωτικής Τηλεόρασης Αττικής). Πριν από λίγες ημέρες εξέδωσαν μια κοινή σκληρή ανακοίνωση που αναφερόταν σε μία από τις δύο περιπτώσεις συνταξιούχων αστυνομικών που εδώ και περίπου δύο χρόνια έχουν ανενόχλητα ενδυθεί τον μανδύα του ερευνητή ή του ρεπόρτερ, ανάλογα με τις ανάγκες της ζωντανής σύνδεσης, κάτι που αποδέχεται και χρησιμοποιεί ακόμα και το δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο της ΕΡΤ.
Οι δύο αυτοί άνθρωποι έχουν φέρει πολλές φορές σε δύσκολη θέση επαγγελματίες δημοσιογράφους, ιδίως του εξαιρετικά δύσκολου αστυνομικού ρεπορτάζ, που διαθέτουν την εμπειρία και τη γνώση διατήρησης ισορροπιών σε εξαιρετικά ευαίσθητες υποθέσεις.
Το πρόβλημα ξεκινά με την επίκληση της ιδιότητας, καθώς παρατηρούμε κάποιες φορές και τους δύο την ώρα που πασχίζουν να αποδείξουν ότι έχουν συγκροτημένη άποψη για τρομερά δύσκολα, πολύπλοκα και ευαίσθητα κοινωνικά θέματα, στα οποία μόνο ειδικοί με εξαιρετική επιστημονική γνώση και τεκμηρίωση δικαιούνται να τοποθετούνται (είτε από κοινωνιολογικής, είτε από ψυχολογικής ή ψυχιατρικής, είτε και από νομικής άποψης).
Τις περισσότερες φορές η προβολή των απόψεων των συγκεκριμένων ανθρώπων, με την επίφαση της εγκυρότητας της πρώην αστυνομικής τους ιδιότητας, δεν καταφέρνει τίποτα περισσότερο από τη νομιμοποίηση απλοϊκών, ανεύθυνων και λαϊκίστικων προσεγγίσεων με επιχειρήματα που δείχνουν να αντλούνται από την καμπίνα ενός ταξί ή ενός καφενείου, συνοδευόμενα από τους ήχους ελαφρολαϊκής μουσικής, τους χτύπους των ζαριών σε κάποιο τάβλι ή την εξέδρα φανατικών φιλάθλων.
Ακόμα και απόψεις περί αυτοδικίας εναντίον φερομένων ως δραστών σοβαρών εγκληματικών πράξεων με μεγάλο κοινωνικό ενδιαφέρον έχουν ακουστεί στον αέρα. «Αν μάθαινε ο κόσμος τι έχει καταθέσει η κόρη του αστυνομικού, θα νοίκιαζαν λεωφορεία και θα πήγαιναν στην Τρίπολη», είχε πει ο ένας εξ αυτών αναφερόμενος στην υπόθεση του «αστυνομικού της Βουλής» που εκρατείτο στις φυλακές Τρίπολης.
Σαν να μην έφτανε αυτό, εκφράζονται ακόμα και θετικές απόψεις για τον νόμο των φυλακών που «αποδίδει τη δική του δικαιοσύνη» μεταξύ των κρατουμένων, ιδίως αυτών που είναι προφυλακισμένοι ή εκτίουν ποινές για σεξουαλικά εγκλήματα, λειτουργώντας ούτε λίγο πολύ ως υποκίνηση αυτοδικίας.
Η παρέμβαση ΕΣΗΕΑ - ΕΤΙΤΑ
«Ηδη από τον Οκτώβριο του 2025 είχε επισημάνει (σ.σ.: το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ) το ανησυχητικό αυτό γεγονός και είχε εκφράσει στους διευθυντές των τηλεοπτικών σταθμών την αντίθεσή του στην πρακτική αυτή. Δυστυχώς, όπως φαίνεται, απευθύνθηκε σε ώτα μη ακουόντων», αναφέρει, μεταξύ άλλων, η τελευταία κοινή ανακοίνωση ΕΣΗΕΑ και ΕΤΙΤΑ.
Και συνεχίζει: «Επίτιμοι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι της Ελληνικής Αστυνομίας, υποψήφιοι βουλευτές και πολιτευτές (σ.σ.: εδώ αναφέρεται το πλήρες ονοματεπώνυμο του ενός, ο οποίος μάλιστα πολιτεύεται με το ΠΑΣΟΚ) όχι μόνο συνεχίζουν να εμφανίζονται σε ενημερωτικές εκπομπές σε ρόλο ρεπόρτερ, αλλά, πλέον, παρεμποδίζουν τους επαγγελματίες της ενημέρωσης στην άσκηση των καθηκόντων τους κάνοντας χρήση ή και κατάχρηση της αστυνομικής τους ιδιότητας! Συγκεκριμένα, αποσπούν συνεντεύξεις από αυτόπτες μάρτυρες (κάνοντας χρήση κάμερας κινητού τηλεφώνου), τους οποίους στη συνέχεια αποτρέπουν από το να μιλήσουν σε δημοσιογράφους. Επιπλέον, χρησιμοποιούν παραπλανητικά την αστυνομική τους ιδιότητα προκειμένου να εξασφαλίζουν βιντεοληπτικό υλικό από κάμερες κλειστού κυκλώματος».
Σφυρίζουν αδιάφορα
Αυτό που, επίσης, προκαλεί αρνητική εντύπωση είναι το γεγονός ότι η φυσική ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. δεν έχει αντιδράσει στο παραμικρό σε αυτό το φαινόμενο.
Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι και οι δύο εμφανιζόμενοι συνταξιούχοι συνδικαλιστές αστυνομικοί με τις πολλαπλές ιδιότητες επικαλούνται ότι διαθέτουν «εσωτερικές πληροφορίες».
Οι πληροφορίες αυτές, θεωρητικά τουλάχιστον, είναι απόρρητες, όπως στοιχεία δικογραφιών με καταθέσεις μαρτύρων κ.ά., οι οποίες διαρρέονται πιθανώς από πρώην συναδέλφους τους που είναι εν ενεργεία, εγείροντας έτσι ένα σοβαρό θέμα νομιμότητας που θα πρέπει να λύσει πάραυτα η ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ.