Με φόντο τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση αλλά και τις εσωκομματικές ισορροπίες, συνεχίστηκε η συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας μετά την ομιλία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη.
Ο πρωθυπουργός στην ομιλία του έδωσε το πολιτικό στίγμα της κυβέρνησης, ασκώντας παράλληλα κριτική στην αντιπολίτευση και στέλνοντας μηνύματα προς το εσωτερικό του κόμματος.
Οι παρεμβάσεις των βουλευτών κινήθηκαν σε τρεις βασικούς άξονες: τη θεσμική θωράκιση του ρόλου του βουλευτή, την ανάγκη κομματικής συνοχής ενόψει εκλογών και την υπεράσπιση του κυβερνητικού έργου απέναντι στις επιθέσεις της αντιπολίτευσης.
Πρώτος πήρε τον λόγο ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ Δημήτρης Καιρίδης, ο οποίος, σύμφωνα με πληροφορίες, άφησε αιχμές προς βουλευτές που διαφοροποιούνται δημόσια χωρίς όπως είπε να καταθέτουν συγκεκριμένες προτάσεις. Παράλληλα, ζήτησε οι συνεδριάσεις της Κοινοβουλευτικής Ομάδας να γίνονται συχνότερα και σε πιο «αποδραματοποιημένο» κλίμα, χαρακτηρίζοντάς τες «αυθεντικότερο εκφραστή της εσωκομματικής δημοκρατίας».
Ο κ. Καιρίδης υποστήριξε ακόμη ότι η Νέα Δημοκρατία υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη παραμένει η κυρίαρχη πολιτική δύναμη που καθορίζει την πολιτική ατζέντα, ενώ επανέφερε την πρότασή του να αναγράφεται στα ψηφοδέλτια ο αριθμός των σταυρών που λαμβάνει κάθε βουλευτής.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Γιώργος Στύλιος, ο οποίος έστειλε μήνυμα συσπείρωσης και εκλογικής ετοιμότητας. «Σε έναν χρόνο από τώρα θα έχουμε εκλογές» ανέφερε, τονίζοντας ότι στόχος της ΝΔ είναι μια νέα αυτοδύναμη νίκη με πρωθυπουργό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ο βουλευτής υπογράμμισε πως το ισχυρότερο όπλο της κυβέρνησης παραμένει «η συνέπεια λόγων και έργων», καλώντας τα στελέχη του κόμματος να παραμείνουν ενωμένα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσε η παρέμβαση του Μάκη Βορίδη, ο οποίος εστίασε στον ρόλο του βουλευτή και στις όπως είπε απόπειρες απαξίωσης της κοινοβουλευτικής λειτουργίας. Ο υπουργός άφησε σαφείς αιχμές κατά της Ευρωπαίας Εισαγγελέως Λάουρα Κοβέσι, υποστηρίζοντας ότι «συντελείται αμφισβήτηση του ρόλου του βουλευτή από μία ακτιβίστρια δικαστικό».
Ο κ. Βορίδης έκανε λόγο για «ποινικοποίηση της πολιτικής δραστηριότητας», σημειώνοντας ότι οι βουλευτές δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται ως ύποπτοι επειδή δέχονται πολίτες στα γραφεία τους ή επικοινωνούν με τη δημόσια διοίκηση για ζητήματα πολιτών. «Χρειάζεται οριοθέτηση και ένα ισχυρό μήνυμα απέναντι στην ανεύθυνη αντιπολίτευση» ανέφερε χαρακτηριστικά, χαιρετίζοντας παράλληλα τη θέση του πρωθυπουργού για αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή.
Από την πλευρά του, ο Ευριπίδης Στυλιανίδης στάθηκε κυρίως στη θεσμική διάσταση της Συνταγματικής Αναθεώρησης, υποστηρίζοντας ότι οι αλλαγές που προωθεί η κυβέρνηση αποσκοπούν στην αποκατάσταση της αρχής των ελέγχων και των ισορροπιών, αλλά και στη μετάβαση της χώρας «σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό θεσμικό περιβάλλον».
Παρέμβαση με αιχμές για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος έκανε και ο Θανάσης Ζεμπίλης, ο οποίος αναφέρθηκε ειδικά στα άρθρα 29, 60 και 81 του Συντάγματος, θέτοντας όπως είπε το ερώτημα «τι είδους δημοκρατία θέλουμε, τι κοινοβουλευτισμό θέλουμε και ποιος είναι ο ρόλος του βουλευτή». Ο βουλευτής τάχθηκε ξεκάθαρα κατά οποιασδήποτε πρότασης για μείωση του αριθμού των βουλευτών.
Στο σημείο εκείνο παρενέβη ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, διευκρινίζοντας ότι το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει αριθμό βουλευτών από 200 έως 300 και ότι δεν υπάρχει καμία πρόταση στο πλαίσιο της αναθεώρησης για μείωση των κοινοβουλευτικών εδρών.
Προτάσεις που προκάλεσαν συζήτηση κατέθεσε και ο Τάσος Δημοσχάκης, ο οποίος εισηγήθηκε αύξηση του ορίου εισόδου στη Βουλή στο 6%, αλλά και κατάργηση της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων, προτείνοντας να χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από συνδρομές μελών και δωρεές με πλήρη διαφάνεια. Παράλληλα, πρότεινε την καθιέρωση ψυχοτεχνικών τεστ για όσους επιθυμούν να είναι υποψήφιοι βουλευτές στο μέλλον.
Στο ίδιο κλίμα προβληματισμού για τον ρόλο του βουλευτή κινήθηκε και ο Δημήτρης Βαρτζόπουλος, ο οποίος με αιχμηρό τρόπο αναφέρθηκε στις παρεμβάσεις της Ευρωπαίας Εισαγγελέως Λάουρα Κοβέσι. «Έπρεπε να περάσει μισός αιώνας και να έρθει η κυρία Κοβέσι για να διαπιστώσω ότι όλα αυτά που γνώριζα δεν ήταν απλά λάθος, αλλά παρατυπία και έγκλημα» ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως «θα πρέπει να προστατευτούμε». Παράλληλα, χαρακτήρισε «σωστή και θαρραλέα» την απόφαση να απορριφθεί η πρόταση για σύσταση επιτροπής για τους υπουργούς.
Από την πλευρά του ο Θανάσης Πλεύρης χαρακτήρισε την υπό συζήτηση αναθεώρηση ως «την πρώτη συνταγματική αναθεώρηση με ταυτοτικές αλλαγές», καταθέτοντας σειρά προτάσεων για τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Μεταξύ άλλων, πρότεινε όσοι επιθυμούν να πολιτευτούν από την ηλικία των 21 ετών να έχουν προηγουμένως υπηρετήσει τη στρατιωτική τους θητεία, ενώ τάχθηκε υπέρ του απόλυτου ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτή και υπουργού. Όπως ανέφερε, «δεν μπορεί υπουργοί να βγαίνουν και να μιλούν μόνο για την αρμοδιότητά τους», ζητώντας σαφέστερο διαχωρισμό κυβερνητικού και κοινοβουλευτικού ρόλου.
Ο Νότης Μηταράκης, παίρνοντας τον λόγο, υπερασπίστηκε το μοντέλο του επιτελικού κράτους, συμφωνώντας όπως είπε με τις τοποθετήσεις του Μάκη Βορίδη. Υποστήριξε ότι η ενίσχυση των θεσμών συνέβαλε τόσο στη διαχείριση κρίσεων όσο και στην εκλογική νίκη της ΝΔ το 2023, ενώ έδωσε έμφαση στην ανάγκη οργανωτικής ενίσχυσης του κόμματος. Πρότεινε, μάλιστα, τακτικότερες συνεδριάσεις των κομματικών οργάνων, με την εκτελεστική γραμματεία να συνεδριάζει κάθε μήνα και την πολιτική επιτροπή μαζί με την κοινοβουλευτική ομάδα κάθε τρίμηνο. Παράλληλα, ζήτησε να υπάρξει «σαφής ερμηνεία» για τον ρόλο του βουλευτή.
Με αυτοκριτική διάθεση εμφανίστηκε και ο Δημήτρης Μαρκόπουλος, ο οποίος προειδοποίησε ότι «καμιά φορά πριονίζουμε το κλαδί που καθόμαστε και πληγώνουμε το δέντρο», αναφερόμενος στο επιτελικό κράτος, το οποίο χαρακτήρισε «επίτευγμα που δοκιμάστηκε και πέτυχε». Ο ίδιος έκανε λόγο για «επιλεκτικό κράτος», σημειώνοντας ότι υπάρχουν στελέχη που αποφεύγουν να βγαίνουν στη δημόσια αντιπαράθεση και να υπερασπίζονται την κυβερνητική πολιτική. Αναφέρθηκε επίσης στον Άκη Σκέρτσο, λέγοντας πως παρά τις διαφωνίες που έχει εκφράσει μαζί του, «μιλάει και υποστηρίζει την παράταξη», καλώντας τους βουλευτές σε περισσότερη παρουσία και αυτοκριτική. «Να κάνουμε την αυτοκριτική μας και να κοιταχτούμε στα μάτια» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Μήνυμα κατά της εσωστρέφειας έστειλε και ο Βασίλης Υψηλάντης, τονίζοντας ότι η κοινωνία δεν περιμένει από τη Νέα Δημοκρατία «κομματικές αντιπαραθέσεις», αλλά ενότητα και αποτελεσματικότητα. «Η κοινωνία δεν ζητά από εμάς εσωστρέφεια ούτε κομματικές αντιπαραθέσεις, αλλά ενότητα για να λύσουμε τα προβλήματά της» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στο ζήτημα της πολιτικής στόχευσης της κυβερνητικής παράταξης αναφέρθηκε ο Γιάννης Οικονόμου, ο οποίος υπογράμμισε ότι κοινός στόχος όλων παραμένει η αυτοδυναμία της ΝΔ στις επόμενες εκλογές. Όπως είπε, και η πρόσφατη παρέμβαση βουλευτών εντάσσεται «στο πλαίσιο του δημόσιου διαλόγου για την εξασφάλιση της αυτοδυναμίας». Ο κ. Οικονόμου σημείωσε ακόμη ότι για να επανασυσπειρωθεί το κρίσιμο κομμάτι της κοινωνίας που χρειάζεται η παράταξη, δεν αρκεί μόνο η μείωση των προβλημάτων της καθημερινότητας, αλλά απαιτείται «προκοπή και ευημερία», στοιχεία που όπως ανέφερε συνδέονται άμεσα με τη θεσμική σταθερότητα και την οικονομία.
Με ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο παρενέβη και ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος επιχείρησε να δώσει τόνο αισιοδοξίας και συσπείρωσης στην Κοινοβουλευτική Ομάδα. Ο υπουργός υποστήριξε ότι τα κομματικά όργανα επί Κυριάκου Μητσοτάκη συνεδριάζουν συχνότερα από κάθε άλλη περίοδο που θυμάται ο ίδιος, ενώ επικαλέστηκε και τις δημοσκοπήσεις, λέγοντας ότι τα στοιχεία για τη ΝΔ είναι «εξαιρετικά καλά».
«Δημοσκοπικά μπορούμε να πάρουμε 41%, μην αφήνουμε να μας παρασύρει η μιζέρια της αντιπολίτευσης και των μέσων» ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι υπάρχουν «πολλοί που θέλουν να ρίξουν ή να κοντύνουν» την κυβέρνηση. Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις του κράτους έγιναν κατά τη δεύτερη κυβερνητική θητεία Μητσοτάκη.
Ο κ. Γεωργιάδης διαφώνησε επίσης με την πρόταση περί συνταγματικού ασυμβίβαστου μεταξύ βουλευτή και υπουργού, εκτιμώντας ότι κάτι τέτοιο θα αποσταθεροποιούσε τη λειτουργία της κυβέρνησης. «Ο πρωθυπουργός θα αλλάζει ανά εξάμηνο, γιατί το πάνω χέρι θα το έχει η Βουλή» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Κλείνοντας, άφησε αιχμές για τη στάση ορισμένων κυβερνητικών στελεχών στη δημόσια σφαίρα, διαχωρίζοντας, όπως είπε, τους υπουργούς «σε αυτούς που δεν μιλάνε καθόλου, σε αυτούς που μιλάνε για όλα και σε αυτούς που μιλάνε με προκαθορισμένη ατζέντα». «Έτσι δεν πάμε πουθενά. Είμαστε ομάδα; Αν είμαστε ομάδα, θα ιδρώσουμε όλοι μαζί τη φανέλα» κατέληξε.
«Παραγωγικό κλίμα» και μηνύματα συσπείρωσης
Κυβερνητικές πηγές σημείωναν ότι μέχρι στιγμής έχουν τοποθετηθεί 17 βουλευτές, περιγράφοντας το κλίμα στην Κοινοβουλευτική Ομάδα ως «πολύ καλό» και τη συζήτηση ως «ιδιαίτερα παραγωγική». Στο ίδιο πλαίσιο, συνεργάτες του πρωθυπουργού υπογράμμιζαν ότι «διαψεύστηκαν παταγωδώς όσοι έβλεπαν στάση βουλευτών ή εσωκομματική εξέγερση», δίνοντας έμφαση στο γεγονός ότι οι παρεμβάσεις κινήθηκαν κυρίως σε θεσμικό και πολιτικό επίπεδο.
Στην ανάγκη διαμόρφωσης ενός μακροπρόθεσμου εθνικού στόχου στάθηκε ο Χρήστος Σταϊκούρας, ο οποίος έκανε λόγο για «συλλογικές και σημαντικές επιτυχίες σε όλα τα πεδία της δημόσιας σφαίρας». Ο πρώην υπουργός πρότεινε να διαμορφωθεί ένα σαφές όραμα για το 2030, με βασικό στόχο το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών να προσεγγίσει τον μέσο ευρωπαϊκό όρο.
Παράλληλα, ζήτησε περισσότερες οικονομικές επιλογές για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και δικαιότερη κατανομή του πλούτου, ενώ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην περιφερειακή ανάπτυξη, αναφέροντας ως παραδείγματα τις φοιτητικές εστίες στα πανεπιστήμια, τα νέα δικαστικά μέγαρα και την αξιοποίηση των ιαματικών πηγών.
Αναφορά στον ρόλο του βουλευτή της περιφέρειας έκανε ο Βασίλης Γόγιακας, ο οποίος περιέγραψε τον εαυτό του ως «βουλευτή που ιδρώνει τη φανέλα εδώ και 12 χρόνια» και θα συνεχίσει να το κάνει. Στην παρέμβασή του αναφέρθηκε και στο πρόσφατο περιστατικό με τον υφυπουργό Νίκο Ταχιάο, το οποίο είχε προκαλέσει δυσαρέσκεια σε «γαλάζιους» βουλευτές.
Η τοποθέτηση του κ. Γόγιακα προκάλεσε άμεση παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος θέλησε να στείλει μήνυμα τόσο προς τα μέλη της κυβέρνησης όσο και προς τους βουλευτές της ΝΔ.
«Θέλω να μεταφέρω στην Κοινοβουλευτική Ομάδα την ενόχλησή μου για ένα περιστατικό που σε ενόχλησε. Έχω την απαίτηση από τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου να αντιμετωπίζουν τους βουλευτές με ευγένεια και σεβασμό» ανέφερε ο πρωθυπουργός, επισημαίνοντας ότι ακόμη και οι αρνήσεις σε αιτήματα πρέπει να διατυπώνονται με τρόπο που να αποφεύγονται εντάσεις και παρεξηγήσεις.
Ταυτόχρονα, όμως, υπογράμμισε ότι και οι βουλευτές οφείλουν να βλέπουν «τη μεγάλη εικόνα», καθώς εκπροσωπούν όχι μόνο την εκλογική τους περιφέρεια αλλά και τη συνολική επικράτεια. Μάλιστα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να εξεταστεί στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης αλλαγή στο άρθρο 60, ώστε να αποτυπώνεται πιο σαφώς ο ρόλος της περιφερειακής εκπροσώπησης.
Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε επίσης το δικαίωμα των βουλευτών να ασκούν κοινοβουλευτικό έλεγχο προς τους υπουργούς, σημειώνοντας ωστόσο ότι δεν πρέπει να υπάρχει πλήρης μεταβίβαση αυτής της διαδικασίας στους υφυπουργούς. «Η αντιμετώπιση πρέπει να είναι πάντα κόσμια» ανέφερε χαρακτηριστικά, επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στις κυβερνητικές και κοινοβουλευτικές ευαισθησίες της παράταξης.
Στην ανάγκη η κυβερνητική παράταξη να μετατρέπει την κριτική σε εργαλείο βελτίωσης στάθηκε ο Γιάννης Παππάς, ο οποίος χαρακτήρισε το επιτελικό κράτος «σημαντική μεταρρύθμιση». Όπως ανέφερε, η Νέα Δημοκρατία πρέπει να αξιοποιήσει τα πεδία στα οποία δέχεται κριτική, δίνοντας έμφαση στις έννοιες της «ευθύνης και λογοδοσίας».
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και η παρέμβαση του Κωστή Χατζηδάκη, ο οποίος επιχείρησε να δώσει ένα συνολικό πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο στη συζήτηση, θέτοντας όπως είπε «τρεις αρχές που μας ενώνουν». «Ενότητα, χωρίς σιωπή. Αυτοκριτική, χωρίς αυτοϋπονόμευση» ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι «δεν έχουμε αντίπαλο μέσα στην αίθουσα», αλλά απέναντι βρίσκονται η ακρίβεια, η διεθνής κρίση και η ανασφάλεια των πολιτών για το μέλλον.
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης υπογράμμισε ότι η Νέα Δημοκρατία παραμένει «ο σύνδεσμος με την κοινωνία» και χαρακτήρισε την Κοινοβουλευτική Ομάδα «ενεργή και ζώσα», σημειώνοντας ότι ο ρόλος του βουλευτή μπορεί πράγματι να ενισχυθεί. Υπερασπίστηκε παράλληλα το επιτελικό κράτος, λέγοντας ότι πρόκειται για έναν μηχανισμό καλύτερου κυβερνητικού συντονισμού και διερωτήθηκε αν οι προηγούμενες κυβερνήσεις λειτουργούσαν αποτελεσματικότερα. «Η πίεση από το επιτελικό κράτος δεν ασκείται στους βουλευτές αλλά στους υπουργούς, αυτοί έχουν λόγο να διαμαρτύρονται» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Χατζηδάκης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση και στη συνταγματική αναθεώρηση, χαρακτηρίζοντάς την «ατζέντα του 2030» και υποστηρίζοντας ότι αποτελεί κατεξοχήν πεδίο πολιτικής πρωτοβουλίας της ΝΔ, τη στιγμή που όπως είπε η αντιπολίτευση «έχει μπει ανοήτως στη γωνία».
Αναφερόμενος στο πολιτικό σύστημα και τη δυσπιστία μέρους της κοινωνίας απέναντι στην πολιτική, σημείωσε ότι η κυβέρνηση έχει λόγους να αντιδρά στη «συκοφάντηση του πολιτικού συστήματος», χωρίς όμως να αγνοεί την ανάγκη των πολιτών για ένα κράτος «πιο σύγχρονο και λειτουργικό». Παραδέχθηκε ότι υπήρξαν «λάθη και παραλείψεις», ωστόσο επέμεινε ότι το κυβερνητικό έργο είναι σημαντικό, επικαλούμενος μεταξύ άλλων τη μείωση της ανεργίας από το 18% στο 8% και την επιτάχυνση στην απονομή των συντάξεων.
«Αυτά πρέπει να τα πούμε όλοι, και οι βουλευτές και ακόμα περισσότερο οι υπουργοί» ανέφερε, καταλήγοντας με πολιτικό μήνυμα συσπείρωσης: «Η Νέα Δημοκρατία είμαστε εμείς και κρατώντας όρθια τη Νέα Δημοκρατία, θα κρατήσουμε όρθια την Ελλάδα και θα δώσουμε προοπτική στην πατρίδα».