Η συμφωνία ΕΕ-Mercosur μειώνει δασμούς αυτοκινήτων, ανοίγει αγορά 270 εκατ. καταναλωτών και εντάσσεται στον γεωοικονομικό ανταγωνισμό Ευρώπης, Κίνας και ΗΠΑ.

Η προσωρινή εφαρμογή της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur δεν αφορά μόνο το διεθνές εμπόριο, αλλά αγγίζει έναν από τους πιο στρατηγικούς βιομηχανικούς κλάδους της Ευρώπης: την αυτοκινητοβιομηχανία. Μετά από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχωρά σε ένα βήμα που μπορεί να αναδιαμορφώσει την παρουσία των ευρωπαϊκών κατασκευαστών αυτοκινήτων στη Λατινική Αμερική, ανοίγοντας μια αγορά άνω των 270 εκατομμυρίων καταναλωτών.

Οι οικονομικές εκτιμήσεις δείχνουν το μέγεθος της ευκαιρίας. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η συμφωνία μπορεί να αυξήσει τις ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις χώρες Mercosur σχεδόν κατά 40%, δημιουργώντας επιπλέον εμπορική δραστηριότητα περίπου 48,7 δισ. ευρώ ετησίως. Για την αυτοκινητοβιομηχανία, σύμφωνα με το topspeed.gr, που αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγικούς κλάδους της Ευρώπης, η συμφωνία αυτή μεταφράζεται σε νέες αγορές, χαμηλότερους δασμούς και ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας.

Πίσω όμως από τους αριθμούς εξελίσσεται μια πολύ μεγαλύτερη γεωοικονομική αναμέτρηση. Σε μια περίοδο όπου η παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται στο επίκεντρο εμπορικών ανταγωνισμών και βιομηχανικών στρατηγικών, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur μετατρέπεται σε εργαλείο οικονομικής ισχύος για την Ευρώπη.

Η μάχη των δασμών στα αυτοκίνητα

Ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για τους ευρωπαϊκούς κατασκευαστές αυτοκινήτων στη Λατινική Αμερική ήταν οι υψηλοί δασμοί που επιβάλλονταν στα εισαγόμενα οχήματα.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι δασμοί στις χώρες Mercosur φτάνουν ακόμη και το 35%, καθιστώντας τα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα σημαντικά ακριβότερα σε σχέση με τα τοπικά ή περιφερειακά μοντέλα.

Η συμφωνία προβλέπει σταδιακή μείωση ή κατάργηση αυτών των δασμών, δημιουργώντας ένα εντελώς διαφορετικό εμπορικό περιβάλλον για τους ευρωπαϊκούς κατασκευαστές.

Για τις εταιρείες αυτοκινήτων της Ευρώπης, η εξέλιξη αυτή μπορεί να μεταφραστεί σε σημαντική αύξηση εξαγωγών, ιδιαίτερα σε αγορές όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή.

Η στρατηγική σημασία της Λατινικής Αμερικής για τις αυτοκινητοβιομηχανίες

Η περιοχή Mercosur αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αναδυόμενες αγορές αυτοκινήτου στον κόσμο.

Η Βραζιλία είναι ήδη μία από τις δέκα μεγαλύτερες αγορές αυτοκινήτου παγκοσμίως, ενώ η συνολική αγορά της περιοχής ξεπερνά τα 3 εκατομμύρια πωλήσεις ετησίως.

Για τους ευρωπαϊκούς κατασκευαστές, η ενίσχυση της παρουσίας τους σε αυτή την περιοχή δεν είναι απλώς ζήτημα εξαγωγών. Είναι και θέμα στρατηγικής θέσης σε μια αγορά που μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία τα επόμενα χρόνια.

Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι ευρωπαϊκές εταιρείες να αποκτήσουν πιο ισχυρή πρόσβαση σε αυτή την αγορά.

Η πίεση της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας

Δεν είναι τυχαίο ότι η αυτοκινητοβιομηχανία βρίσκεται μεταξύ των κλάδων που υποστηρίζουν πιο έντονα τη συμφωνία.

Στην κοινή δήλωση στήριξης που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα συμμετέχουν σημαντικοί εκπρόσωποι του κλάδου, όπως η ένωση ευρωπαίων κατασκευαστών αυτοκινήτων ACEA αλλά και η CLEPA, που εκπροσωπεί τη βιομηχανία προμηθευτών.

Οι οργανώσεις αυτές τονίζουν ότι η συμφωνία αποτελεί κρίσιμο βήμα για την ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας.

Σε μια εποχή όπου οι παγκόσμιες αγορές γίνονται όλο και πιο ανταγωνιστικές, η πρόσβαση σε νέες αγορές θεωρείται βασικός παράγοντας ανάπτυξης.

Ο ανταγωνισμός με Κίνα και ΗΠΑ

Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν εξεταστεί στο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού στην αυτοκινητοβιομηχανία.

Η Κίνα επεκτείνει ταχύτατα την παρουσία της στις αγορές της Λατινικής Αμερικής, ενώ οι αμερικανικές αυτοκινητοβιομηχανίες διατηρούν ήδη ισχυρή θέση στην περιοχή.

Για την Ευρώπη, η συμφωνία αποτελεί έναν τρόπο να διατηρήσει την ανταγωνιστική της θέση απέναντι σε αυτούς τους δύο μεγάλους παίκτες.

Η δυνατότητα αύξησης των εξαγωγών και η μείωση των εμπορικών φραγμών μπορεί να προσφέρει στους ευρωπαϊκούς κατασκευαστές σημαντικό πλεονέκτημα.

Αλυσίδα εφοδιασμού και πρώτες ύλες για την ηλεκτροκίνηση

Η συμφωνία έχει όμως σημασία και για έναν ακόμη λόγο: την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες.

Η Λατινική Αμερική διαθέτει σημαντικά αποθέματα μετάλλων και υλικών που θεωρούνται απαραίτητα για την ενεργειακή μετάβαση και την παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων.

Για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η παραγωγή ηλεκτρικών αυτοκινήτων αυξάνεται ταχύτατα.

Η ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων με τις χώρες Mercosur μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία πιο σταθερών αλυσίδων εφοδιασμού για τη βιομηχανία.

Το οικονομικό κόστος της καθυστέρησης

Η μακρά καθυστέρηση στην εφαρμογή της συμφωνίας έχει ήδη οικονομικές συνέπειες.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις που επικαλούνται ευρωπαϊκές επιχειρηματικές οργανώσεις, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έχαναν περίπου 3 δισ. ευρώ σε εξαγωγές κάθε μήνα όσο η συμφωνία παρέμενε σε εκκρεμότητα.

Συνολικά, η ευρωπαϊκή οικονομία εκτιμάται ότι έχει χάσει δυνητική ανάπτυξη που φτάνει τα 291 δισ. ευρώ από το 2021.

Για την αυτοκινητοβιομηχανία, η καθυστέρηση αυτή μεταφράζεται σε χαμένες ευκαιρίες διείσδυσης σε μια από τις μεγαλύτερες αγορές του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Η γεωπολιτική διάσταση της αυτοκινητοβιομηχανίας

Η αυτοκινητοβιομηχανία αποτελεί πλέον έναν από τους βασικούς πυλώνες της γεωοικονομικής ισχύος των μεγάλων οικονομιών.

Οι κυβερνήσεις επενδύουν δισεκατομμύρια για να ενισχύσουν τις βιομηχανίες τους, να διασφαλίσουν πρόσβαση σε πρώτες ύλες και να αποκτήσουν στρατηγικό πλεονέκτημα στις διεθνείς αγορές.

Σε αυτό το πλαίσιο, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur αποκτά ευρύτερη γεωπολιτική σημασία.

Δεν αφορά μόνο την αύξηση του εμπορίου, αλλά και τη διαμόρφωση των συσχετισμών ισχύος σε έναν από τους σημαντικότερους βιομηχανικούς κλάδους του κόσμου.

Για την Ευρώπη, η επιτυχία της συμφωνίας μπορεί να αποτελέσει ένα κρίσιμο εργαλείο για τη διατήρηση της ισχυρής θέσης της στην παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία.