Νέα στοιχεία για τις δραματικές στιγμές της σύγκρουσης των δύο πυροσβεστικών ελικοπτέρων στην Ψάθα, που στοίχισε τη ζωή σε έναν Έλληνα συντονιστή και έναν Δανό χειριστή, έρχονται μέσα από τις καταθέσεις των δύο ανθρώπων που κατάφεραν να βγουν ζωντανοί.

Οι δύο διασωθέντες, ο Βρετανός χειριστής και ο Έλληνας σύνδεσμος του δεύτερου Bell, περιέγραψαν τις στιγμές αμέσως μετά τη σύγκρουση, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι αρχικά δεν είχαν αντιληφθεί τι ακριβώς είχε συμβεί και πίστεψαν ότι το ελικόπτερό τους είχε προσκρούσει σε καλώδια.

«Νομίζαμε ότι πέσαμε σε καλώδια», είναι η χαρακτηριστική αναφορά που αποδίδεται στους διασωθέντες, την ώρα που οι Αρχές συνεχίζουν την έρευνα για να εξακριβώσουν με ακρίβεια πώς τα δύο ελικόπτερα βρέθηκαν σε τροχιά σύγκρουσης.

Δεν αντιλήφθηκαν αμέσως τη σύγκρουση

Το δυστύχημα σημειώθηκε στις 2 Αυγούστου, κατά τη διάρκεια της μεγάλης επιχείρησης αεροπυρόσβεσης στην Αττικοβοιωτία.

Τα δύο μισθωμένα ελικόπτερα τύπου Bell επιχειρούσαν στο ίδιο πύρινο μέτωπο όταν, κάτω από συνθήκες που παραμένουν αντικείμενο διερεύνησης, ήρθαν σε επαφή στον αέρα και κατέπεσαν. Βίντεο από τη στιγμή του δυστυχήματος έχει καταγράψει τα δύο ελικόπτερα να κινούνται σε μικρή απόσταση και στη συνέχεια να συγκρούονται.

Από όσα έχουν καταθέσει οι δύο επιζώντες προκύπτει ότι η σύγκρουση ήταν τόσο αιφνίδια, ώστε μέσα στην καμπίνα του δικού τους ελικοπτέρου δεν έγινε αμέσως αντιληπτό ότι είχε προηγηθεί επαφή με το δεύτερο Bell.

Η αρχική τους εντύπωση ήταν ότι είχαν χτυπήσει σε καλώδια, προτού συνειδητοποιήσουν την πραγματική διάσταση του συμβάντος.

Ο Βρετανός πιλότος κατάφερε να κατεβάσει το Bell στον δρόμο

Μετά τη σύγκρουση, ο Βρετανός κυβερνήτης κατάφερε να διατηρήσει τον έλεγχο του τραυματισμένου ελικοπτέρου και να πραγματοποιήσει αναγκαστική προσγείωση σε δρόμο.

Μαζί με τον Έλληνα σύνδεσμο εγκατέλειψαν το Bell εγκαίρως. Λίγα λεπτά αργότερα, το ελικόπτερο τυλίχθηκε στις φλόγες μετά από ανάφλεξη των καυσίμων του.

Ο πιλότος είχε προλάβει επίσης να επικοινωνήσει με το Κέντρο Επιχειρήσεων και να ενημερώσει για το περιστατικό και για τον τραυματισμό του δεύτερου μέλους του πληρώματος.

Οι δύο άνδρες μεταφέρθηκαν στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας, έχοντας υποστεί ορθοπεδικούς τραυματισμούς, χωρίς να κινδυνεύει η ζωή τους.

Στο δεύτερο ελικόπτερο δύο νεκροί

Πολύ διαφορετική ήταν η κατάληξη για το πλήρωμα του δεύτερου Bell.

Το ελικόπτερο κατέπεσε σε χαράδρα και οι δύο επιβαίνοντες, ένας Δανός χειριστής και ένας Έλληνας συντονιστής, εντοπίστηκαν χωρίς τις αισθήσεις τους.

Μεταφέρθηκαν στο ίδιο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός τους.

Η τραγωδία προκάλεσε την άμεση καθήλωση των ελικοπτέρων του ίδιου τύπου που επιχειρούσαν στην περιοχή, ενώ ξεκίνησε έρευνα για τις ακριβείς συνθήκες της σύγκρουσης.

«Δεν υπήρχε μηχανική βλάβη»

Ιδιαίτερη σημασία έχουν και όσα φέρονται να είπαν οι δύο διασωθέντες στις πρώτες καταθέσεις τους σχετικά με την κατάσταση του ελικοπτέρου πριν από το δυστύχημα.

Σύμφωνα με πληροφορίες από την έρευνα, δεν ανέφεραν την ύπαρξη μηχανικής βλάβης πριν από τη σύγκρουση, με αποτέλεσμα το συγκεκριμένο ενδεχόμενο να απομακρύνεται, τουλάχιστον με βάση τα έως τώρα στοιχεία.

Οι ερευνητές στρέφουν έτσι το ενδιαφέρον τους στον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η επιχείρηση αεροπυρόσβεσης, στις αποστάσεις μεταξύ των δύο ελικοπτέρων και κυρίως στον συντονισμό των πτήσεων και στις εντολές που είχαν δοθεί στα πληρώματα.

Στο μικροσκόπιο οι επικοινωνίες και το βίντεο

Για την υπόθεση έχουν οριστεί πραγματογνώμονες, οι οποίοι καλούνται να αναλύσουν ξεχωριστά τα τεχνικά και επιχειρησιακά δεδομένα και να παραδώσουν τα πορίσματά τους στις αρμόδιες Αρχές.

Στο μικροσκόπιο βρίσκονται οι ασυρματικές επικοινωνίες, το διαθέσιμο οπτικό υλικό, οι καταθέσεις των εμπλεκομένων και τα συντρίμμια των δύο ελικοπτέρων.

Την προανάκριση για τη διακρίβωση των αιτιών και των συνθηκών της τραγωδίας ανέλαβε, κατόπιν εισαγγελικής εντολής, η Ελληνική Αστυνομία, με τον χώρο του δυστυχήματος να έχει αποκλειστεί για τη συλλογή των απαραίτητων στοιχείων.

Οι νέες μαρτυρίες των δύο ανθρώπων που επέζησαν προσθέτουν ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της έρευνας. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό: πώς δύο ελικόπτερα που επιχειρούσαν στην ίδια αποστολή βρέθηκαν τόσο κοντά ώστε να συγκρουστούν στον αέρα.