Για νομικούς λόγους, η δικογραφία που είχε σχηματιστεί σε βάρος του προέδρου της ΓΣΣΕ, Γιάννη Παναγόπουλου, σχετικά με την υπόθεση πόθεν έσχες, αρχειοθετήθηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η απόφαση στηρίχθηκε στο γεγονός ότι ο κ. Παναγόπουλος δεν ήταν υπόχρεος υποβολής δήλωσης πόθεν έσχες, παρά τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Καταπολέμησης Μαύρου Χρήματος που ανέφεραν αδήλωτα περιουσιακά στοιχεία ύψους 3,2 εκατομμυρίων ευρώ.

Κατά την προκαταρκτική εξέταση, ο πρόεδρος της ΓΣΣΕ κατέθεσε υπόμνημα στο οποίο απάντησε σε όλες τις αιτιάσεις, με αποτέλεσμα η Εισαγγελία να μην εντοπίσει ενδείξεις τέλεσης αξιόποινων πράξεων. Η δικογραφία διαβιβάστηκε πλέον στην Εισαγγελία Εφετών για την επικύρωση της αρχειοθέτησης.

Δήλωση Γιάννη Παναγόπουλου

«Τις τελευταίες εβδομάδες εξελίχθηκε μια δημόσια συζήτηση γύρω από το πρόσωπό μου, η οποία στηρίχθηκε σε διαρροές, non papers και εικασίες, πριν καν ολοκληρωθεί η θεσμική διαδικασία και χωρίς να μου έχει επιδοθεί οποιοδήποτε επίσημο πόρισμα.

Σε ό,τι αφορά τη λεγόμενη “υπόθεση μη υποβολής δήλωσης πόθεν έσχες και αποκρυφθέντα εισοδήματα 3,2 εκατομμυρίων ευρώ”, μετά την υποβολή των εξηγήσεών μου και την αξιολόγηση όλων των στοιχείων, ο αρμόδιος Εισαγγελέας έθεσε την υπόθεση στο αρχείο», αναφέρει ο πρόεδρος της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ), Γιάννης Παναγόπουλος, σε γραπτή δήλωσή του.

Όπως επισημαίνει, «η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει με τον πιο επίσημο τρόπο ότι δεν προέκυψαν στοιχεία που να στοιχειοθετούν οποιαδήποτε παράβαση και, συνεπώς, δεν υπάρχει λόγος περαιτέρω ποινικής διερεύνησης».

   Στη γραπτή δήλωσή του, ο κ. Παναγόπουλος σημειώνει επίσης:

«Με απλά λόγια. Μια υπόθεση που παρουσιάστηκε επί εβδομάδες ως “σοβαρή καταγγελία” και “μεγάλο σκάνδαλο”, κατέληξε χωρίς αντικείμενο.

Την ίδια στιγμή, για την πρώτη χρονικά υπόθεση, για την οποία εκδόθηκε διάταξη δέσμευσης, δεν έχουμε, μέχρι σήμερα, κληθεί να λάβουμε γνώση οποιουδήποτε πορίσματος, ενώ εκκρεμεί και η προσφυγή που έχουμε καταθέσει κατά της σχετικής διάταξης.

Κι, όμως, στο επίπεδο της δημόσιας συζήτησης, όλα αυτά παρουσιάστηκαν ως ήδη κλεισμένα και δεδομένα. Δεν ήταν. Και αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια. Είναι η ουσία, γιατί πριν μιλήσει η Δικαιοσύνη, κάποιοι φρόντισαν να μιλήσουν γι’ αυτήν και όχι σε τυχαίο χρόνο.

Η πρώτη οργανωμένη δημοσιοποίηση των σχετικών ισχυρισμών συνέπεσε με τη συζήτηση στη Βουλή για μια ιστορικής σημασίας εξέλιξη που δεν είναι άλλη από την επαναφορά των Συλλογικών Συμβάσεων, με ενισχυμένο ρόλο της ΓΣΕΕ, που επαναφέρουν δικαιώματα και καλύπτουν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους.

Η σύμπτωση αυτή γεννά εύλογα και σοβαρά ερωτήματα.

Ιδιαίτερα όταν τα όσα διακινήθηκαν φέρονται να προέρχονται από τον επικεφαλής Ανεξάρτητης Αρχής, κ. Βουρλιώτη, δημιουργείται ένα ακόμη πιο σοβαρό ζήτημα. Μια Ανεξάρτητη Αρχή οφείλει να λειτουργεί με θεσμική ουδετερότητα, διαφάνεια και σεβασμό στις διαδικασίες, όχι μέσω διαρροών και διαμόρφωσης εντυπώσεων, πριν την ολοκλήρωση της κρίσης.

Όταν αυτό δεν τηρείται, δεν πλήττεται μόνο ένα πρόσωπο.  Πλήττεται η αξιοπιστία των θεσμών και η εμπιστοσύνη των πολιτών στο Κράτος Δικαίου.

Γιατί, σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για τον κόσμο της εργασίας, επιχειρήθηκε να μετατοπιστεί η δημόσια συζήτηση από το ουσιαστικό διακύβευμα σε ένα σκηνικό εντυπώσεων και αμφισβήτησης;

Ποιον εξυπηρετεί αυτή η επιλογή;

Για μένα, το διακύβευμα ήταν και παραμένει ένα. Η ενίσχυση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, η αποκατάσταση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και η ύπαρξη ενός ισχυρού, ανεξάρτητου συνδικαλιστικού κινήματος.

Σε αυτήν τη διαδρομή, ήταν αναμενόμενο ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις, πιέσεις και επιθέσεις. Όμως, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η υποχώρηση.

Ως πρόεδρος της ΓΣΕΕ, με πολυετή παρουσία και ευθύνη στον χώρο της εργασίας, έχω αποδείξει ότι μπορώ να αντέχω, να υπερασπίζομαι και να προχωρώ.

Και αυτό θα συνεχίσω να κάνω, με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Με καθαρό λόγο, με θεσμική συνέπεια και με πλήρη επίγνωση της ευθύνης που μου έχουν αναθέσει οι εργαζόμενοι.

Ταυτόχρονα, τα ερωτήματα που προκύπτουν από τον τρόπο και τον χρόνο διακίνησης αυτών των ισχυρισμών δεν μπορούν να μείνουν αναπάντητα.

Για τον λόγο αυτό, σε συνεργασία με τους νομικούς μου συμβούλους, θα αξιοποιήσω κάθε νόμιμο μέσο για την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και την προστασία τόσο της προσωπικότητάς μου όσο και του θεσμικού ρόλου που εκπροσωπώ.

Η εμπιστοσύνη μου στη Δικαιοσύνη είναι δεδομένη.  Όπως δεδομένη είναι και η δέσμευσή μου να συνεχίσω απρόσκοπτα το έργο για τους εργαζόμενους.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό που κρίνεται δεν είναι ένα πρόσωπο, αλλά η δύναμη και η φωνή της εργασίας».

Συνεχιζόμενες έρευνες για τον κ. Παναγόπουλο

Παρά την αρχειοθέτηση της υπόθεσης πόθεν έσχες, η έρευνα που αφορά τα προγράμματα κατάρτισης συνεχίζεται από την Οικονομική Εισαγγελία. Ο κ. Παναγόπουλος ελέγχεται για δύο κακουργήματα, υπεξαίρεση και ξέπλυμα μαύρου χρήματος, βάσει πορίσματος του επίτιμου αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπου Βουρλιώτη.

Η έρευνα επικεντρώθηκε στην περίοδο 2020-2025 και στα κονδύλια που διακινήθηκαν μέσω ιδρυμάτων της ΓΣΣΕ. Μέχρι στιγμής, έχουν δεσμευθεί οι τραπεζικοί λογαριασμοί του κ. Παναγόπουλου και έξι συνεργών του, έξι εταιρείες και δύο ακίνητα.

Έλεγχοι σε άλλα πρόσωπα

Παράλληλα, συνεχίζεται η έρευνα για την πρώην γενική γραμματέα Εργασίας, Άννα Στρατινάκη, για την οποία διαπιστώθηκε απόκλιση 1,3 εκατομμυρίων ευρώ στις δηλώσεις πόθεν έσχες.

Στο κάδρο της Αρχής μπαίνει και ο σύζυγός της, Ανδρέας Γεωργίου, νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας κατάρτισης, που φέρεται να μην δήλωσε περιουσιακά στοιχεία ύψους 700.000-800.000 ευρώ για το 2023-2024.